Η ανακοίνωση της υπουργού Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη για τη λειτουργία ειδικής τηλεφωνικής γραμμής 1550 ψυχολογικής υποστήριξης προς τους υποψηφίους των Πανελλαδικών Εξετάσεων, αντί να αντιμετωπιστεί ως μια «θετική κοινωνική πρωτοβουλία», θα έπρεπε να σημάνει εθνικό συναγερμό.

Γιατί πολύ απλά αποτυπώνει τη χρεοκοπία ενός ολόκληρου εκπαιδευτικού μοντέλου.

Διότι μια χώρα που φτάνει στο σημείο να οργανώνει μηχανισμό ψυχολογικής υποστήριξης για παιδιά 17 και 18 ετών ώστε να μπορέσουν να αντέξουν τις εξετάσεις εισαγωγής στα πανεπιστήμια, δεν μπορεί να πανηγυρίζει ότι «στηρίζει τους μαθητές».

Οφείλει να αναρωτηθεί γιατί τους οδηγεί σε αυτή την κατάσταση.

Οι Πανελλαδικές δεν είναι πλέον μια απαιτητική εκπαιδευτική διαδικασία.

Έχουν εξελιχθεί σε μια βιομηχανία άγχους, ψυχολογικής πίεσης και εξουθένωσης.

Οι Πανελλαδικές έχουν μετατραπεί σε έναν τεράστιο μηχανισμό ψυχολογικής εξόντωσης:

  • σχολείο το πρωί,
  • φροντιστήριο το απόγευμα,
  • ιδιαίτερα το βράδυ,
  • ατελείωτες ώρες πίεσης,
  • φόβος αποτυχίας,
  • οικογενειακή αγωνία,
  • οικονομική αιμορραγία.

 Και το κράτος, αντί να αλλάξει το σύστημα, προσφέρει τώρα… ψυχολόγους και ψυχιάτρους για να αντέξουν οι μαθητές το ίδιο το σύστημα. 

Αυτό δεν είναι εκπαιδευτική πολιτική.

Είναι διαχείριση κοινωνικής φθοράς.

Και όλα αυτά για λίγες ώρες εξετάσεων που καθορίζουν —υποτίθεται— το μέλλον ενός παιδιού.

Το πιο υποκριτικό όμως είναι άλλο.

Η σημερινή κυβέρνηση είχε δεσμευθεί, το έτος 2019, εδώ και επτά χρόνια, για αλλαγή του συστήματος εισαγωγής στα ΑΕΙ και για θεσμοθέτηση του Εθνικού Απολυτηρίου.

Το είχε παρουσιάσει ως στρατηγική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.

Υποσχέθηκε ένα νέο μοντέλο που θα αποσυμπίεζε το εξεταστικό άγχος, θα αναβάθμιζε το Λύκειο και θα μείωνε την εξάρτηση από τις Πανελλαδικές.

Επτά χρόνια μετά, τι έχει γίνει;

Απολύτως τίποτα.

Το μόνο που ακούμε είναι ότι το θέμα… «συζητείται» στον εθνικό διάλογο.

Επτά χρόνια εξαγγελιών.

Επτά χρόνια επιτροπών.

Επτά χρόνια διαβουλεύσεων.

Και στο τέλος, πάλι τα ίδια παιδιά συνθλίβονται από το ίδιο σύστημα.

Υποσχόταν ένα νέο μοντέλο που θα αναβάθμιζε το Λύκειο και θα αποσυμπίεζε την παράνοια των Πανελλαδικών.

Επτά χρόνια μετά, αντί για νέο σύστημα εισαγωγής, οι υποψήφιοι παίρνουν… τηλεφωνικές γραμμές ψυχολογικής υποστήριξης.

Αντί για εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, σερβίρονται ψυχολόγοι και ψυχίατροι.

Αντί να θεραπευτεί η αιτία, επιχειρείται διαχείριση των συνεπειών.

Η ειρωνεία είναι ότι η ίδια η πραγματικότητα έρχεται πλέον να ακυρώσει το μοντέλο των Πανελλαδικών.

Μέσα στην επόμενη πενταετία:

  • θα λειτουργούν ιδιωτικά πανεπιστήμια,
  • ο μαθητικός πληθυσμός θα μειώνεται δραματικά λόγω δημογραφικού,
  • πολλές περιφερειακές πανεπιστημιακές σχολές θα δυσκολεύονται να βρουν φοιτητές,
  • τμήματα ήδη μένουν με κενές θέσεις.

Και τότε θα φτάσουμε στο απόλυτο παράδοξο:

Να συνεχίζουν χιλιάδες μαθητές να βασανίζονται ψυχολογικά για εξετάσεις εισαγωγής σε σχολές όπου πιθανόν σε λίγα χρόνια η εισαγωγή θα γίνεται σχεδόν ελεύθερα.

Δηλαδή θα εξακολουθούμε να εξοντώνουμε παιδιά για ένα σύστημα που η ίδια η κοινωνική και δημογραφική πραγματικότητα ξεπερνά.

Αλήθεια, ποιο είναι πλέον το νόημα;

Ποια ακριβώς παιδαγωγική λογική υπηρετεί αυτό το μοντέλο;

Το ελληνικό Λύκειο έχει πάψει εδώ και χρόνια να είναι μορφωτική βαθμίδα.

Έχει μετατραπεί σε εξεταστικό προθάλαμο.

Η γνώση αντικαταστάθηκε από τεχνικές επιβίωσης.

Η παιδεία από την αποστήθιση.

Η εφηβεία από το άγχος.

Και τώρα το κράτος έρχεται να προσφέρει… ψυχολογική υποστήριξη στα θύματα του ίδιου του συστήματος που διατηρεί.

Έλεος πια.

Τα παιδιά δεν χρειάζονται τηλεφωνικές γραμμές διαχείρισης πανικού.

Χρειάζονται ένα εκπαιδευτικό σύστημα ανθρώπινο, σύγχρονο και δίκαιο.

Χρειάζονται πραγματική μεταρρύθμιση και όχι διαρκή αναβολή των αποφάσεων.

Και κυρίως χρειάζονται πολιτική ειλικρίνεια.

Γιατί όταν μια κυβέρνηση επί επτά χρόνια εξαγγέλλει την κατάργηση ενός στρεσογόνου μοντέλου και τελικά περιορίζεται στη δημιουργία γραμμών ψυχολογικής υποστήριξης για να το αντέχουν οι μαθητές, τότε δεν μιλάμε για μεταρρύθμιση.

Μιλάμε για πλήρη πολιτική αποτυχία.esos