Η εφαρμογή του Εθνικού Απολυτηρίου για τους σημερινούς μαθητές της Στ’ Δημοτικού ή της Α’ Γυμνασίου, η εξέταση από την Επιτροπή Εθνικού Διαλόγου να συνυπολογίζονται για την εισαγωγή στα ΑΕΙ οι βαθμοί της Α’ Λυκείου ή μόνο της Β’ και Γ’ Λυκείου, καθώς και η δέσμευση ότι οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί θα γνωρίζουν  πού  προσλαμβάνονται τις τελευταίες ημέρες του Αυγούστου, αποτελούν τα βασικά σημεία της συνέντευξης που παραχώρησε η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη, σήμερα, στον ΣΚΑΪ.

Η υπουργός Παιδείας  ανέφερε ότι ήδη από τον Φεβρουάριο βρίσκεται σε εξέλιξη οργανωμένος εθνικός διάλογος για τη συνολική αναμόρφωση του συστήματος πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με τη συμμετοχή πολυμελούς επιτροπής που μελετά εκπαιδευτικά μοντέλα άλλων χωρών.

Όπως τόνισε, στόχος είναι το πόρισμα της επιτροπής να παραδοθεί τον Νοέμβριο, ώστε το υπουργείο να είναι έτοιμο να νομοθετήσει στα τέλη του 2026 ή στις αρχές του 2027, για ένα σύστημα το οποίο, όπως είπε χαρακτηριστικά, «θα ισχύσει τουλάχιστον από πέντε χρόνια».

Η υπουργός έσπευσε να διευκρινίσει ότι οι αλλαγές δεν θα αφορούν τους σημερινούς μαθητές που προετοιμάζονται για Πανελλαδικές Εξετάσεις, αλλά τα μικρότερα παιδιά που σήμερα φοιτούν στην Στ’ Δημοτικού ή στην Α’ Γυμνασίου.

«Δεν θέλουμε να φοβίσουμε ούτε να πανικοβάλουμε τα παιδιά. Θέλουμε να προετοιμάσουμε εγκαίρως μαθητές και οικογένειες, ώστε να ξέρουν από νωρίς με ποιο σύστημα θα εξεταστούν και τι θα μετρά για την εισαγωγή τους στα ΑΕΙ», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Στο τραπέζι οι βαθμοί της Α’ Λυκείου

Κεντρικός άξονας του σχεδιασμού αποτελεί το Εθνικό Απολυτήριο, το οποίο, σύμφωνα με την υπουργό, θα αναβαθμίσει την αξία του Λυκείου και θα δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στη συνολική πορεία του μαθητή.

Η κ. Ζαχαράκη αποκάλυψε ότι η Επιτροπή εξετάζει εάν για την πρόσβαση στα πανεπιστήμια θα προσμετρώνται οι βαθμοί και της Α’ Λυκείου ή μόνο της Β’ και της Γ’ Λυκείου.

«Αυτό το οποίο εξετάζει η Επιτροπή είναι αν θα μετράει και η πρώτη Λυκείου ή μόνο η δευτέρα και η τρίτη. Γιατί η πρώτη Λυκείου είναι μια μεταβατική χρονιά και τα παιδιά είναι ακόμη πιο ανώριμα ως προς την είσοδο στο Λύκειο», δήλωσε η υπουργός.

Παράλληλα, σημείωσε ότι το νέο μοντέλο θα κινείται στη λογική της σταδιακής συγκέντρωσης επιδόσεων και όχι της απόλυτης εξάρτησης από μια τρίωρη εξέταση.

Η ίδια παραδέχθηκε ότι οι Πανελλαδικές, παρότι αποτελούν έναν αξιόπιστο και αδιάβλητο μηχανισμό, δημιουργούν τεράστια πίεση στους μαθητές, καθώς «από μια επίδοση εξαρτάται η επόμενη τετραετία ή πενταετία της ζωής τους».

Για τον λόγο αυτό, όπως είπε, το υπουργείο επιδιώκει ένα πιο «ισορροπημένο» μοντέλο, στο οποίο θα μετρά η συνολική εκπαιδευτική διαδρομή του μαθητή.

Μάλιστα, η υπουργός συνέδεσε το νέο σύστημα με το μοντέλο του International Baccalaureate (IB), επισημαίνοντας ότι σε πολλές χώρες του εξωτερικού λαμβάνεται υπόψη η συνολική επίδοση των μαθητών κατά τη διάρκεια του Λυκείου.

Τράπεζα Θεμάτων και ψηφιακό πιστοποιητικό

Σύμφωνα με την υπουργό, το πρώτο βήμα προς το νέο σύστημα θα είναι η ευρύτερη αξιοποίηση της Τράπεζας Θεμάτων.

Όπως εξήγησε, οι μαθητές θα γνωρίζουν από νωρίς ότι τα μαθήματα συγκεκριμένων τάξεων θα συνυπολογίζονται για το Εθνικό Απολυτήριο, ενώ προβλέπεται και η δημιουργία ψηφιακού πιστοποιητικού επιδόσεων.

«Θέλουμε τα παιδιά να ξέρουν ότι όταν θα πάνε στην πρώτη Λυκείου, αν σήμερα είναι στην έκτη Δημοτικού ή στην πρώτη Γυμνασίου, οι βαθμοί εκείνων των τάξεων θα μετρούν και θα καταγράφονται σε ένα ψηφιακό πιστοποιητικό», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η υπουργός έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη το νέο σύστημα να έχει διακομματική νομιμοποίηση και μακροχρόνιο ορίζοντα εφαρμογής.

«Δεν πρόκειται για “νόμο Ζαχαράκη”. Είναι ένα εθνικό καθήκον που μας υπερβαίνει όλους», δήλωσε, καλώντας τα κόμματα της αντιπολίτευσης να συμμετάσχουν ενεργά στη δημόσια διαβούλευση.

Δημογραφικό και συγχωνεύσεις σχολείων

Η κ. Ζαχαράκη αναφέρθηκε εκτενώς και στις επιπτώσεις του δημογραφικού προβλήματος στο εκπαιδευτικό σύστημα.

Όπως είπε, το υπουργείο επιχειρεί να περιορίσει τις συγχωνεύσεις τμημάτων και το κλείσιμο σχολικών μονάδων, αξιοποιώντας πλέον και ψηφιακά εργαλεία προγραμματισμού μέσω του νέου συστήματος EduPlan.

Το συγκεκριμένο πρόγραμμα, σύμφωνα με την υπουργό, συνδυάζει δεδομένα από δημοτολόγια και δημογραφικές τάσεις, ώστε το υπουργείο να έχει καλύτερη εικόνα για τις ανάγκες κάθε περιοχής.

«Προσπαθούμε να συγχωνεύουμε λιγότερα τμήματα και να κλείνουν όσο γίνεται λιγότερα σχολεία. Το κλείσιμο είναι η έσχατη λύση», υπογράμμισε.

Η ίδια παραδέχθηκε ότι τα προηγούμενα χρόνια έκλεισαν αρκετές σχολικές μονάδες λόγω της μείωσης του μαθητικού πληθυσμού, ωστόσο υποστήριξε ότι καταβάλλεται προσπάθεια να διατηρούνται ανοιχτά ακόμη και πολύ μικρά σχολεία σε ακριτικές περιοχές.

Ως παράδειγμα ανέφερε την επαναλειτουργία σχολείων με έναν ή δύο μαθητές σε μικρά νησιά, προκειμένου «να μη χάνεται η ισότητα στο δικαίωμα στη μάθηση».

6.000 έως 8.000 τα κενά στα σχολεία

Στο ζήτημα των κενών εκπαιδευτικών, η υπουργός ανέφερε ότι κατά τη φετινή χρονιά οι ελλείψεις κυμάνθηκαν από 6.000 έως 8.000 θέσεις.

Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι μεγάλο μέρος αυτών των κενών αφορά την παράλληλη στήριξη, τα τμήματα ένταξης και γενικότερα την ειδική αγωγή.

«Οι ειδικές μαθησιακές ανάγκες των παιδιών είναι μια σύγχρονη πραγματικότητα που πιέζει πάρα πολύ το εκπαιδευτικό σύστημα», είπε χαρακτηριστικά.

Η υπουργός σημείωσε ότι το υπουργείο έχει ήδη προχωρήσει από το 2019 σε περισσότερους από 46.000 μόνιμους διορισμούς εκπαιδευτικών, ωστόσο παραδέχθηκε ότι το σύστημα εξακολουθεί να στηρίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στους αναπληρωτές.

Όπως είπε, φέτος οι αναπληρωτές έφτασαν περίπου τις 50.000.

«Είναι πολύ δύσκολο να απεξαρτηθούμε πλήρως από την ανάγκη για αναπλήρωση», παραδέχθηκε.

Νωρίτερα οι προσλήψεις αναπληρωτών

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε η υπουργός στον σχεδιασμό για πιο έγκαιρες προσλήψεις αναπληρωτών.

Σύμφωνα με την ίδια, στόχος του υπουργείου είναι οι αναπληρωτές να γνωρίζουν το σχολείο και την περιοχή τοποθέτησής τους ήδη από τις τελευταίες ημέρες του Αυγούστου.

«Θέλουμε οι άνθρωποι να ξέρουν πριν ανοίξουν τα σχολεία πού θα εργαστούν, ώστε να μπορούν να οργανώσουν τη ζωή και τον προγραμματισμό τους», δήλωσε.

Παράλληλα, προανήγγειλε περίπου 5.000 νέους μόνιμους διορισμούς μέσα στο καλοκαίρι.

Η υπουργός αναγνώρισε ότι ακόμη και μετά από μεγάλους διορισμούς εξακολουθούν να δημιουργούνται νέα κενά λόγω αδειών, παραιτήσεων ή έκτακτων αναγκών.

Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι σε προηγούμενη διαδικασία διορισμών, παρότι διορίστηκαν 10.000 μόνιμοι εκπαιδευτικοί, προέκυψαν άμεσα περίπου 2.500 νέες ανάγκες.

Για τον λόγο αυτό, όπως είπε, απαιτείται καλύτερος προγραμματισμός, ταχύτερη καταγραφή των αναγκών και μεγαλύτερη αξιοποίηση της τεχνολογίας.

«Μάχη» για κάλυψη των κενών

Η υπουργός υπογράμμισε ότι το υπουργείο δίνει καθημερινή «μάχη» ώστε το μεγαλύτερο ποσοστό των κενών να καλύπτεται ήδη από την πρώτη φάση προσλήψεων.

Μάλιστα, σημείωσε ότι έχει μειωθεί σημαντικά ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ πρώτης και επόμενων φάσεων πρόσληψης αναπληρωτών, ώστε να μην περιμένουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα μαθητές και σχολεία.

«Καλύτερη προετοιμασία, πιο έγκαιροι διορισμοί και γρηγορότερες προσλήψεις είναι ο στόχος μας»ανέφερε. esos