Νορβηγία: Όχι στα ψηφιακά βιβλία, ναι στο χαρτί και το μολύβι

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του zougla.gr στην GoogleΗ τεχνητή νοημοσύνη γίνεται ολοένα και πιο κοινό μέρος της εκπαίδευσης. Σε όλο τον κόσμο, τα σχολεία εξερευνούν πώς η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να υποστηρίξει τη διδασκαλία, να βελτιώσει τη μάθηση και να βοηθήσει τους μαθητές να αναπτύξουν νέες ψηφιακές δεξιότητες.
Ενώ πολλά εκπαιδευτικά συστήματα εργάζονται για την επέκταση της χρήσης της στις σχολικές αίθουσες, η Νορβηγία επέλεξε έναν διαφορετικό δρόμο.
Σχεδόν πλήρης απαγόρευση του ΑΙ στα δημοτικά σχολεία της Νορβηγίας
Η Νορβηγία αντί να απορρίψει εντελώς την τεχνητή νοημοσύνη, υιοθέτησε μια προσέγγιση βασισμένη στην ηλικία, για τη χρήση της στην εκπαίδευση.
Η πολιτική αναγνωρίζει ότι ενώ η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να γίνει ένα σημαντικό εργαλείο μάθησης για τους μεγαλύτερους μαθητές που προετοιμάζονται για το πανεπιστήμιο και τις μελλοντικές καριέρες τους, τα μικρότερα παιδιά θα πρέπει πρώτα να αναπτύξουν βασικές δεξιότητες, όπως η ανάγνωση, η γραφή, η αριθμητική και η κριτική σκέψη, χωρίς να εξαρτώνται από βοήθεια παραγόμενη από τεχνητή νοημοσύνη.
Ξεκινώντας τη νέα σχολική χρονιά, λοιπόν, στα τέλη Αυγούστου, η Νορβηγία θα επιβάλει σχεδόν πλήρη απαγόρευση στη χρήση τεχνητής νοημοσύνης στα δημοτικά σχολεία.
Βάσει της νέας πολιτικής, στα παιδιά ηλικίας 6 έως 13 ετών γενικά δεν θα επιτρέπεται να χρησιμοποιούν εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης στο σχολείο.
Οι μαθητές ηλικίας 14 έως 16 ετών, μπορούν να τη χρησιμοποιούν μόνο υπό την επίβλεψη εκπαιδευτικού, ενώ όσοι είναι 17 έως 19 ετών θα διδάσκονται πώς να χρησιμοποιούν τη τεχνητή νοημοσύνη υπεύθυνα στο πλαίσιο της προετοιμασίας τους για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και τον χώρο εργασίας.
Η πρωθυπουργική τοποθέτηση
Σύμφωνα με τον Νορβηγό Πρωθυπουργό, Γιόνας Γκαρ Στόρε, η απόφαση αποσκοπεί στην προστασία της ανάπτυξης θεμελιωδών μαθησιακών δεξιοτήτων κατά τα πρώτα χρόνια της εκπαίδευσης. Μιλώντας για τη νέα πολιτική, εξήγησε ότι η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο τα μικρά παιδιά να προσπεράσουν σημαντικά στάδια μάθησης, προσθέτοντας ότι το πιο σημαντικό πράγμα στο σχολείο είναι «τα παιδιά μας να μάθουν να διαβάζουν, να γράφουν και να κάνουν μαθηματικά».
Η επιστροφή στα βιβλία
Η κυβέρνηση έχει επίσης ανακοινώσει σχέδια για αύξηση της χρήσης τυπωμένων βιβλίων στις σχολικές αίθουσες, ανατρέποντας χρόνια αυξημένης εξάρτησης από τάμπλετ και ψηφιακές συσκευές μάθησης.
Η πολιτική αυτή έρχεται καθώς η Νορβηγία συνεχίζει μια ευρύτερη προσπάθεια για την ενίσχυση των μαθησιακών αποτελεσμάτων. Τα τελευταία χρόνια, η χώρα έχει εισαγάγει μέτρα που περιλαμβάνουν την απαγόρευση των έξυπνων κινητών τηλεφώνων (smartphones) στα σχολεία και έχει αποκαταστήσει τη θέση των εκπαιδευτικών για τη διατήρηση της πειθαρχίας στην τάξη.
Τι θα ισχύσει για το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα
Η Ελλάδα επιλέγει συνειδητά να μην ακολουθήσει το παράδειγμα των σκανδιναβικών χωρών που αποσύρουν τις οθόνες, αλλά να διαμορφώσει ένα υβριδικό εκπαιδευτικό μοντέλο. Σε αυτό το πλαίσιο, η τεχνολογική αναβάθμιση συμπορεύεται με την παραδοσιακή μάθηση, εξισορροπώντας την ψηφιακή και την έντυπη εμπειρία.
Στην πράξη, η ελληνική εκπαιδευτική πολιτική αναπτύσσεται μέσα από την ταυτόχρονη ενίσχυση του ψηφιακού μετασχηματισμού και της διατήρησης των θεμελιωδών παιδαγωγικών μέσων.
Από τη μία πλευρά, ενισχύονται το Ψηφιακό Σχολείο, το Ψηφιακό Φροντιστήριο, οι εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης, καθώς και η παρουσία 36.264 διαδραστικών συστημάτων σε 6.899 σχολεία και 117.121 σετ ρομποτικής και STEM σε 11.146 σχολικές μονάδες.
Από την άλλη πλευρά, διατηρείται η έμφαση στο έντυπο βιβλίο, τη χειρόγραφη γραφή, τη φιλαναγνωσία, τις σχολικές βιβλιοθήκες και τα εργαστήρια δεξιοτήτων.
Η εφαρμογή του «Πολλαπλού Βιβλίου» αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της υβριδικής προσέγγισης. Με τα εκατοντάδες εγκεκριμένα διδακτικά πακέτα και την επιλογή βιβλίων από τις σχολικές μονάδες για το έτος 2027-2028, το έντυπο υλικό παραμένει στον πυρήνα της διδασκαλίας.
Παράλληλα όμως, η ψηφιακή βιβλιοθήκη «Μελίσπη» προσφέρει τα ίδια συγγράμματα σε ψηφιακή μορφή, εμπλουτισμένα με μαθησιακά αντικείμενα και υποστηρικτικό υλικό, διαμορφώνοντας ένα πολυδιάστατο περιβάλλον μάθησης.
Ψηφιακός εγγραμματισμός και κριτική σκέψη
Ο ψηφιακός εγγραμματισμός είναι η ικανότητα του ατόμου να χρησιμοποιεί τις ψηφιακές τεχνολογίες για να βρίσκει, να αξιολογεί, να δημιουργεί και να επικοινωνεί πληροφορίες. Αποτελεί βασική δεξιότητα του 21ου αιώνα για την ασφαλή και αποτελεσματική συμμετοχή στην κοινωνία.
Τα παιδιά, ως εκ τούτου, χρειάζεται να μάθουν να αμφισβητούν όσα βλέπουν, να αναγνωρίζουν πιθανές μορφές χειραγώγησης και να προστατεύουν τις πληροφορίες που μοιράζονται.
Για παράδειγμα, αντί το παιδί να πληκτρολογήσει απλά σε ένα chatbot «γράψε την έκθεσή μου», θα μπορούσε να του ζητήσει να προτείνει διάφορα επιχειρήματα, να εξηγήσει άγνωστους όρους ή να επισημάνει αδυναμίες σε ένα προσχέδιο που έχει γράψει μόνο του. Όταν λύνει ένα μαθηματικό πρόβλημα, μπορεί να ζητήσει εξήγηση της μεθόδου και στη συνέχεια να προσπαθήσει να βρει την ίδια λύση χωρίς να κοιτάζει την απάντηση.
Αν ένα εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης αναφέρει κάποιο βιβλίο, μια μελέτη, ένα απόσπασμα ή ένα ιστορικό γεγονός, το παιδί θα πρέπει να ελέγξει αν η αρχική πηγή υπάρχει πράγματι και αν είναι αξιόπιστη.
Μία ακόμη παράμετρος είναι αν το παιδί μπορεί να εξηγήσει το περιεχόμενο με δικά του λόγια, διότι αν δεν μπορεί να αναπαράγει ανεξάρτητα το σκεπτικό του, δε θα πρέπει να παραδώσει την απάντηση ως δική του εργασία.
Ο διεθνής προβληματισμός για την τεχνητή νοημοσύνη στα σχολεία
Η απόφαση της Νορβηγίας αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη διεθνή συζήτηση σχετικά με τον ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης στην εκπαίδευση. Καθώς τα εργαλεία ΑΙ γίνονται πιο προσβάσιμα, εκπαιδευτικοί και φορείς χάραξης πολιτικής συνεχίζουν να διαφωνούν για το πώς θα πρέπει να εισαχθούν στις σχολικές αίθουσες και αν οι νεότεροι μαθητές διαθέτουν τις γνωστικές δεξιότητες και την κριτική σκέψη που απαιτούνται για να τα χρησιμοποιήσουν υπεύθυνα.
Ορισμένοι ερευνητές έχουν επίσης εκφράσει ανησυχίες ότι η υπερβολική εξάρτηση από το ΑΙ κατά τα πρώτα χρόνια της μάθησης θα μπορούσε να επηρεάσει την ικανότητα των μαθητών να αναπτύξουν ανεξάρτητη λογική, δημιουργικότητα και δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων.
Η προσέγγιση της Νορβηγίας δεν απαντά σε κάθε ερώτημα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη στην εκπαίδευση, αλλά μετατοπίζει το επίκεντρο της συζήτησης. Αντί αυτή η πολιτική να διερευνά αν η τεχνητή νοημοσύνη ανήκει στις σχολικές αίθουσες, ρωτά πότε πρέπει να εισαχθεί και πώς μπορεί να υποστηρίξει καλύτερα τη μάθηση σε διαφορετικά στάδια του εκπαιδευτικού ταξιδιού ενός μαθητή.
Πηγή: Reuters


