
Η αλήθεια για τα "έξυπνα παιδιά" που μας λένε οι έλεγχοι και τα "διαγωνίσματα"- Πότε ένα παιδί θεωρείται "έξυπνο" σύμφωνα με τις έρευνες;
iStockΠήρατε ελέγχους; Περιμένατε τα αποτελέσματα με ανυπομονησία; Αν θυμάσαι και τα δικά σου σχολικά χρόνια, σίγουρα έχεις παραδείγματα συμμαθητών που έπαιρναν κάτω από τη βάση αλλά πλέον είναι επιστήμονες ή εξαιρετικά επιτυχημένοι, αλλά και έξυπνων παιδιών που τα πήγαιναν καλά στο σχολείο και πλέον δεν ζουν ευτυχισμένες ζωές. Η εξυπνάδα, όπως την εννοούσαμε παλιότερα, πλέον γνωρίζουμε ότι δεν μετριέται με βαθμούς σε ελέγχους, αλλά σε πολύ πιο σημαντικές δεξιότητες που έχουν τα παιδιά.
Αυτό λέει η επιστήμη και ευτυχώς, γιατί έτσι μπορούμε οι γονείς να εστιάσουμε στις ικανότητες των παιδιών, στα ενδιαφέροντά τους, στον τρόπο που εκφράζονται και δημιουργούν, αλλά και στον τρόπο που σκέφονται.
Οι γονείς νιώθουμε την πίεση συχνά να "μάθει το παιδί περισσότερα", να προχωρήσει πιο γρήγορα, να είναι μπροστά. Όμως η επιστήμη δείχνει κάτι διαφορετικό: Η ουσιαστική σκέψη και η δημιουργικότητα δεν γεννιούνται από τη μηχανική αποστήθιση, αλλά από τη βαθιά κατανόηση. Σύμφωνα με την επιστημονική ανάλυση των Μαρία Λημνιού και Rosie Mansfield που δημοσιεύτηκε στο Scientific Research, το παιδί δεν χρειάζεται να θυμάται τα πάντα, αλλά χρειάζεται να μαθαίνει πώς να συνδέει, να αμφισβητεί και να δημιουργεί.
Όταν δεν δίνεις έτοιμες απαντήσεις, του μαθαίνεις να ψάχνει
Όταν στο "μαμά, γιατί είναι μπλε ο ουρανός;" απαντάς με ένα "τι νομίζεις εσύ;", δεν το μπερδεύεις, το ενεργοποιείς. Έρευνες δείχνουν ότι τα παιδιά που ενθαρρύνονται να σκέφτονται μόνα τους αναπτύσσουν καλύτερη κρίση και αυτοπεποίθηση στη μάθηση. Δεν μεγαλώνεις ένα παιδί που περιμένει απαντήσεις, αλλά ένα παιδί που ξέρει να τις αναζητά.
Λίγη ακαταστασία δεν είναι αποτυχία
Αν το σπίτι δεν είναι πάντα τέλειο, δεν σημαίνει ότι κάτι κάνεις λάθος. Η επιστήμη δείχνει ότι ένα περιβάλλον που δεν είναι απόλυτα "στρωμένο" μπορεί να βοηθήσει το παιδί να σκέφτεται πιο ελεύθερα. Τα παιχνίδια στο πάτωμα, οι μπογιές στο τραπέζι και τα ημιτελή σχέδια δείχνουν εξερεύνηση, όχι αμέλεια.
Όταν μιλάς για τις δυσκολίες σου, του μαθαίνεις ανθεκτικότητα
Αν του πεις ότι κι εσύ δυσκολεύτηκες, ότι απέτυχες, ότι χρειάστηκες χρόνο, του δίνεις κάτι πολύτιμο: Την άδεια να μην είναι τέλειο. Τα παιδιά που μεγαλώνουν ακούγοντας ότι η προσπάθεια μετρά περισσότερο από το αποτέλεσμα, δεν φοβούνται να δοκιμάσουν ξανά, όπως αναφέρουν οι έρευνες.
Οι συζητήσεις -όχι οι μονόλογοι- χτίζουν σκέψη
Όταν το παιδί σε βλέπει να διαφωνείς με επιχειρήματα - και όχι με φωνές - μαθαίνει ότι ο κόσμος δεν είναι άσπρο-μαύρο. Οι οικογένειες που συζητούν ιδέες, όχι "ποιος έχει δίκιο", βοηθούν τα παιδιά να αναπτύξουν κριτική σκέψη και σεβασμό στη διαφορετική άποψη.
Τα "άχρηστα" χόμπι είναι συχνά τα πιο σημαντικά
Αν το παιδί σου περνά ώρες παρατηρώντας έντομα, μαζεύοντας πέτρες ή αποσυναρμολογώντας παλιές συσκευές, μην το βιάζεσαι να το "κατευθύνεις". Η έρευνα δείχνει ότι τα ελεύθερα ενδιαφέροντα, χωρίς στόχο ή αξιολόγηση, καλλιεργούν εσωτερικό κίνητρο, τη βάση κάθε δημιουργικής σκέψης.
Ευελιξία στο πρόγραμμα σημαίνει ευελιξία στη σκέψη
Δεν χρειάζεται κάθε μέρα να είναι ίδια. Όταν υπάρχει συναισθηματική ασφάλεια, η μικρή ευελιξία στο πρόγραμμα βοηθά το παιδί να προσαρμόζεται και να μην αγχώνεται με το απρόβλεπτο. Η σταθερότητα δεν σημαίνει ακαμψία.
Όταν δείχνεις τα συναισθήματά σου, του μαθαίνεις να σκέφτεται βαθύτερα
Όταν επιτρέπεις στον εαυτό σου να συγκινηθεί, να θυμώσει ή να χαρεί μπροστά στο παιδί, του δείχνεις ότι τα συναισθήματα δεν είναι κάτι που κρύβουμε. Η συναισθηματική νοημοσύνη συνδέεται άμεσα με την ικανότητα επίλυσης προβλημάτων και τη δημιουργικότητα.
Τι μας μαθαίνει η επιστήμη; Δεν υπάρχει "τέλειος" τρόπος να μεγαλώσεις ένα παιδί. Υπάρχουν όμως περιβάλλοντα που το βοηθούν να σκέφτεται ελεύθερα, να νιώθει ασφάλεια και να μη φοβάται να είναι ο εαυτός του. Και αυτό είναι ό,τι χρειάζεται για να γίνει η καλύτερη εκδοχή του εαυτού του. themamagers
Η διαχείριση των απουσιών μαθητών αποτελεί σημαντικό μέρος της σχολικής διαδικασίας, καθώς επηρεάζει άμεσα τον χαρακτηρισμό φοίτησης και τη συμμετοχή τους στα μαθήματα. Το δεύτερο τετράμηνο σε Γυμνάσια και Λύκεια βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, και οι γονείς πρέπει να γνωρίζουν το πρωτόκολλο δικαιολόγησης απουσιών.
Κάθε ώρα μαθήματος καταγράφεται από τον απουσιολόγο της τάξης, ενώ ο/η διδάσκων/ουσα ελέγχει και υπογράφει το απουσιολόγιο.
Κάθε ημέρα απουσίας ισοδυναμεί με απουσίες ίσες με το ωρολόγιο πρόγραμμα (π.χ. επτάωρο = 7 απουσίες).
Ισάριθμες απουσίες χρεώνονται και σε εκδηλώσεις του σχολείου, όπως εθνικές εορτές, πολιτιστικές ή αθλητικές δραστηριότητες.
Καθυστέρηση μαθητή μετά την είσοδο του εκπαιδευτικού θεωρείται απουσία.
Στο τέλος της χρονιάς, ο σύλλογος καθηγητών αξιολογεί τις απουσίες και χαρακτηρίζει τη φοίτηση:
Επαρκής:
Έως 50 συνολικές απουσίες, ανεξαρτήτως λόγου.
Έως 114 συνολικές απουσίες, εφόσον οι πάνω από 50 είναι όλες δικαιολογημένες.
Ανεπαρκής:
Πάνω από 50 αδικαιολόγητες απουσίες → υποχρεωτική επανάληψη τάξης.
Πάνω από 114 συνολικές απουσίες, ακόμα και αν είναι δικαιολογημένες → επανάληψη τάξης.
Οι κηδεμόνες μπορούν να δικαιολογήσουν:
1 έως 2 συνεχόμενες ημέρες απουσίας λόγω ασθένειας ή σοβαρών οικογενειακών λόγων.
Έως 5 ημέρες συνολικά για όλο το σχολικό έτος.
Όταν οι απουσίες ξεπερνούν τις 2 συνεχόμενες ημέρες ή το όριο των 5 ημερών, απαιτείται ιατρική βεβαίωση, η οποία:
Μπορεί να προέρχεται από δημόσιο νοσηλευτικό ίδρυμα ή ιδιώτη ιατρό.
Πρέπει να αναφέρει είδος και διάρκεια της ασθένειας.
Τα δικαιολογητικά πρέπει να προσκομιστούν εντός 10 ημερών από την επιστροφή του μαθητή:
Υπεύθυνη δήλωση του κηδεμόνα με γνήσιο υπογραφής, που μπορεί να υποβληθεί:
μέσω gov.gr,
μέσω ΚΕΠ,
ή αυτοπροσώπως στο σχολείο.
Αίτηση προς τη Διεύθυνση απαιτείται σε κάθε περίπτωση.
Τα δικαιολογητικά μπορούν να κατατεθούν:
αυτοπροσώπως από τον κηδεμόνα,
ηλεκτρονικά στη διεύθυνση email του σχολείου με επικύρωση μέσω gov.
Απουσίες λόγω επίσημων αθλητικών δραστηριοτήτων, διαγωνισμών ή νοσηλείας μπορεί να μην προσμετρώνται στον χαρακτηρισμό της φοίτησης.
Για ιογενείς λοιμώξεις και γρίπη, σύμφωνα με την εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας:
Οι απουσίες έως 5 εργάσιμες ημέρες από 24/11/2025 έως 30/04/2026 δεν προσμετρώνται.
Απαιτείται βεβαίωση από δημόσιο ή ιδιωτικό νοσηλευτικό ίδρυμα ή ιατρό για το είδος και τη διάρκεια της ασθένειας.
Υπάρχει μια εικόνα που όλοι θέλουμε να ισχύει: το σχολείο ως ασφαλής χώρος, ένα καταφύγιο μάθησης και κοινωνικοποίησης, ένας τόπος όπου τα παιδιά μεγαλώνουν και οι ενήλικες τα στηρίζουν. Και πράγματι, στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτό ακριβώς συμβαίνει. Όμως κάτω από αυτή τη φωτεινή βιτρίνα υπάρχει μια καθημερινότητα λιγότερο ορατή, μια «γκρίζα ζώνη» εμπειριών που συζητιούνται χαμηλόφωνα στους συλλόγους διδασκόντων, στις ομάδες των συναδέλφων, σε τηλεφωνήματα αργά το απόγευμα – εκεί όπου ξεφεύγουν οι φράσεις που δεν γράφονται σε πρακτικά: «Σήμερα έγινε πάλι…», «Δεν το πιστεύω…», «Κι αν ήταν χειρότερα;».
Τον τελευταίο καιρό, η εκπαιδευτική κοινότητα επανέρχεται με ένταση σε ένα θέμα που για χρόνια «χωρούσε» κάτω από το χαλί της κανονικότητας: ατυχήματα και περιστατικά βίας στον χώρο εργασίας, επιθέσεις, τραυματισμοί, σοβαρά συμβάντα εντός σχολικής μονάδας, αλλά και κατά τη διάρκεια εκδρομών, περιπάτων, εφημεριών. Όταν κάποιο περιστατικό γίνει «είδηση», αποδίδεται συχνά σε «μια κακή στιγμή» ή σε «μια ειδική περίπτωση». Όταν όμως οι αφηγήσεις πληθαίνουν και μοιάζουν μεταξύ τους, τότε δεν έχουμε απλώς πολλά μεμονωμένα περιστατικά. Έχουμε ένα μοτίβο. Και το μοτίβο ζητά να το κοιτάξουμε κατάματα.
Στη δημόσια συζήτηση, το σχολείο συχνά παρουσιάζεται ως ένας «ειδικός» χώρος – σχεδόν έξω από τους κανόνες της εργασιακής ζωής. Σαν να μην είναι χώρος δουλειάς, αλλά ένας τόπος «προσφοράς» που λειτουργεί από μόνος του, χάρη στην καλή διάθεση και την ηθική υποχρέωση των εκπαιδευτικών.
Κι όμως, το σχολείο είναι χώρος εργασίας. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται: κινδύνους, ευθύνες, πίεση, σωματική και ψυχική φθορά, έκθεση σε απρόβλεπτα. Η διαφορά είναι ότι πολλά από αυτά στο σχολείο δεν αναγνωρίζονται ως εργασιακά συμβάντα με την ίδια σαφήνεια που θα αναγνωρίζονταν σε ένα εργοστάσιο, σε ένα νοσοκομείο, σε ένα εργοτάξιο.
Στις σχολικές μονάδες συμβαίνουν τραυματισμοί σε διαδρόμους και σκάλες, ατυχήματα στην αυλή, συγκρούσεις μαθητών που απαιτούν άμεση παρέμβαση, απειλές ή λεκτικές επιθέσεις, περιστατικά που «φουσκώνουν» μέσα σε λίγα λεπτά. Και μέσα σε όλα αυτά, ο εκπαιδευτικός δεν είναι απλώς παρατηρητής. Είναι ο ενήλικας που θα τρέξει πρώτος.
Η καθηγήτρια Μ.Π. περιγράφει, με την κουρασμένη ακρίβεια της εμπειρίας:
«Η δουλειά μας δεν είναι μόνο η τάξη. Είναι η εφημερία, είναι οι διάδρομοι, είναι οι καβγάδες, είναι να σηκώσεις ένα παιδί που χτύπησε, να “σβήσεις” μια ένταση πριν γίνει φωτιά. Κι αν κάτι πάει στραβά, ξαφνικά είσαι εσύ “ο υπεύθυνος”».
Η εφημερία είναι ίσως η πιο υποτιμημένη διάσταση της σχολικής εργασίας. Δεν έχει τον συμβολισμό της διδασκαλίας, ούτε τη σαφή δομή του μαθήματος. Έχει όμως κάτι άλλο: την ευθύνη της πρόληψης.
Στο προαύλιο, στους διαδρόμους, στην είσοδο, ο εκπαιδευτικός καλείται να λειτουργεί σαν ανθρώπινος «αισθητήρας κινδύνου». Να προβλέπει, να προλαβαίνει, να διαβάζει διαθέσεις, να αντιλαμβάνεται τον σπινθήρα πριν γίνει έκρηξη. Και συχνά καλείται να το κάνει υπό συνθήκες που όλοι γνωρίζουν αλλά σπάνια λέγονται δυνατά: με λιγοστό προσωπικό, με μεγάλα τμήματα, με αυλές που θυμίζουν μικρές πόλεις στα διαλείμματα.
Η κοινωνία έχει μάθει να ρωτά, σχεδόν αυτόματα: «Πού ήταν ο εκπαιδευτικός;». Πολύ πιο σπάνια ρωτά: «Πόσοι ήταν; Πόσο χώρο έπρεπε να καλύψουν; Ποιο ήταν το πλαίσιο;».
Ο εκπαιδευτικός Νίκος Γαλάνης εξομολογείται: «Στο διάλειμμα δεν προλαβαίνεις να πάρεις ανάσα. Κάποιος χτύπησε, δύο μαλώνουν, ένας κλαίει, κάποιος βγαίνει έξω από τα όρια. Και το αποκορύφωμα είναι ότι, όταν τελειώσει το διάλειμμα, πρέπει να επιστρέψεις μέσα και να κάνεις μάθημα σαν να μη συνέβη τίποτα».

Αυτή η μετάβαση από την ένταση στην «κανονική διδασκαλία» είναι μια μορφή αθέατης ψυχικής υπερέντασης. Κανείς δεν δίνει στον εκπαιδευτικό χρόνο αποσυμπίεσης. Κι όμως, αυτός ο χρόνος είναι μέρος της ασφάλειας – γιατί ο άνθρωπος που φτάνει στα όριά του, αργά ή γρήγορα θα «σπάσει» είτε σωματικά είτε ψυχικά.
Η σχολική βία δεν είναι «μόδα» ούτε «απλή αταξία». Είναι σύμπτωμα. Και όπως όλα τα συμπτώματα, χρειάζεται διάγνωση πριν από τη θεραπεία.
Δεν πρόκειται μόνο για σωματικά επεισόδια. Υπάρχει η καθημερινή λεκτική βία: απαξίωση, ειρωνεία, απειλές, «θα δεις», «θα έρθει ο γονιός μου». Υπάρχουν περιστατικά στοχευμένης παρενόχλησης, εκφοβισμός, καταστάσεις που δεν φαίνονται πάντα, αλλά δηλητηριάζουν το κλίμα.
Και εδώ υπάρχει μια δύσκολη αλήθεια: ο εκπαιδευτικός βρίσκεται συχνά ανάμεσα σε δύο πυρά. Από τη μία η πίεση να «κρατήσει την τάξη» και να διασφαλίσει την ομαλή λειτουργία. Από την άλλη η κοινωνική απαίτηση να λειτουργεί σχεδόν ως ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός, διαμεσολαβητής οικογενειακών συγκρούσεων – χωρίς τα αντίστοιχα εργαλεία, χωρίς τις δομές, χωρίς την υποστήριξη που θα είχε ένας ειδικός.
Ο εκπαιδευτικός Γιώργος Γκρίλης το θέτει απλά: «Όταν μια κοινωνία πιέζεται, το σχολείο το αποτυπώνει. Τα παιδιά κουβαλούν μέσα τους ό,τι βιώνουν έξω. Το θέμα είναι αν το σχολείο έχει δομές να τα υποδεχθεί ή απλώς προσπαθεί να τα “χωρέσει”».

Υπάρχει ένα λεπτό σημείο που συχνά αποσιωπάται: σε ένα μέρος των περιστατικών, η ένταση δεν προέρχεται μόνο από τους μαθητές. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο εκπαιδευτικός γίνεται δέκτης πίεσης ή επιθετικότητας από γονείς. Λεκτικές συγκρούσεις, απειλές, προσβλητικές συμπεριφορές, καταγγελίες που λειτουργούν ως «όπλο» και όχι ως θεσμική διαδικασία.
Κι εδώ συμβαίνει κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο: μια μετατόπιση της ευθύνης. Αντί να συζητηθεί ουσιαστικά η συνθήκη (στελέχωση, υποστήριξη, κλίμα, διαχείριση κρίσεων), ο δημόσιος λόγος καταλήγει συχνά σε έναν εύκολο στόχο: «Φταίει ο δάσκαλος/καθηγητής». Είναι το πιο βολικό αφήγημα. Και ταυτόχρονα το πιο άδικο.
Η σχολική εκδρομή είναι από τις πιο όμορφες αναμνήσεις των μαθητών. Είναι όμως και μία από τις πιο απαιτητικές εργασιακές συνθήκες για τον εκπαιδευτικό.
Σε εκδρομή και περίπατο, ο εκπαιδευτικός δεν «συνοδεύει». Επιτηρεί, προβλέπει, συντονίζει, διαχειρίζεται συγκρούσεις, κινδύνους μετακίνησης, υγείας, απρόοπτα. Συχνά χωρίς επαρκή αριθμό συνοδών, χωρίς σαφή πρωτόκολλα για κάθε πιθανό σενάριο, χωρίς την πολυτέλεια της άμεσης ενίσχυσης.
Ένας συνοδός εκπαιδευτικός περιγράφει: «Το παιδί βλέπει τη βόλτα. Εγώ βλέπω τα πάντα: πόρτες, σκάλες, δρόμους, παρορμήσεις, πειράγματα, μια στιγμή που μπορεί να γίνει τραυματισμός. Κι όταν γυρίσουμε, δεν θυμάμαι τις ωραίες εικόνες. Θυμάμαι ότι δεν συνέβη κάτι κακό».
Κι αυτό είναι ίσως ο πιο ακριβής ορισμός της ευθύνης: να μη συμβεί κάτι. Αλλά η πρόληψη, όταν πετυχαίνει, μένει αόρατη.
Σε πολλά επαγγέλματα, ένα εργατικό ατύχημα ενεργοποιεί αυτομάτως μηχανισμούς: καταγραφή, διερεύνηση, πρόληψη, προτάσεις για αλλαγές. Στο σχολείο, πολλά συμβάντα «σβήνουν» μέσα στην καθημερινότητα. Δεν καταγράφονται συστηματικά, δεν αναλύονται, δεν παράγουν γνώση για να μην επαναληφθούν.
Έτσι χάνουμε κάτι κρίσιμο: την εμπειρία ως δεδομένο. Και χωρίς δεδομένα, η πραγματικότητα παραμένει «αόρατη», άρα και εύκολα απορρίψιμη.
Η αποσιώπηση δεν είναι πάντα συνειδητή. Μερικές φορές είναι αποτέλεσμα ενός κουρασμένου κυνισμού: «Έλα μωρέ, έτσι είναι…». Αλλά αυτή η φράση είναι επικίνδυνη, γιατί μετατρέπει το μη αποδεκτό σε αποδεκτό.
Η συζήτηση δεν πρέπει να καταλήξει σε έναν αγώνα εντυπώσεων. Χρειάζεται ψυχραιμία, σχέδιο και θεσμική σοβαρότητα. Όχι για να «τιμωρούμε», αλλά για να προλαμβάνουμε.
1) Σαφή πρωτόκολλα και διαδικασίες
Όχι γενικόλογα «να προσέχουμε». Πρωτόκολλα για περιστατικά βίας, ατυχήματα, εκδρομές, εφημερίες. Ποιος κάνει τι, πότε, πώς καταγράφεται, πώς υποστηρίζεται ο εκπαιδευτικός και ο μαθητής.
2) Ενίσχυση σχολικών δομών υποστήριξης
Ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, ειδικές ομάδες διαχείρισης κρίσεων. Ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να είναι «όλα».
3) Πραγματική επιμόρφωση στη διαχείριση κρίσεων
Όχι τυπικά σεμινάρια. Πρακτική, προσομοιώσεις, εργαλεία αντιμετώπισης εντάσεων και επικίνδυνων στιγμών.
4) Ρεαλιστική στελέχωση και οργάνωση εφημεριών
Η ασφάλεια δεν είναι σύνθημα. Είναι αριθμοί, χώροι, αναλογίες, οργάνωση.
5) Κουλτούρα συνεργασίας με τους γονείς
Οι γονείς δεν είναι «αντίπαλοι». Αλλά χρειάζεται κοινό πλαίσιο σεβασμού. Η σχολική κοινότητα δεν αντέχει άλλο την κουλτούρα της απειλής και της διαρκούς δυσπιστίας.
Κι εδώ, μέσα σε αυτή την ένταση, υπάρχει κάτι που αξίζει να ειπωθεί καθαρά: το σχολείο συνεχίζει. Και συνεχίζει όχι επειδή δεν υπάρχουν ρωγμές, αλλά επειδή υπάρχουν άνθρωποι που τις σφραγίζουν κάθε μέρα με τη στάση τους.
Ο εκπαιδευτικός που, μετά από ένα δύσκολο διάλειμμα, μπαίνει στην τάξη και λέει «πάμε».
Η δασκάλα που δίνει χρόνο σε ένα παιδί να ηρεμήσει αντί να το στιγματίσει.
Ο καθηγητής που αναζητά λύση πριν την τιμωρία.
Η διεύθυνση που προσπαθεί να στηρίξει το προσωπικό της μέσα σε ελλείψεις.
Αυτό είναι το σχολείο: μια καθημερινή πράξη αντοχής και φροντίδας.
Όμως η αντοχή δεν πρέπει να θεωρείται ανεξάντλητη. Όταν ζητάμε από τους εκπαιδευτικούς να κρατούν τη σχολική ζωή όρθια, οφείλουμε να τους προσφέρουμε και το αντίστοιχο πλαίσιο ασφάλειας, στήριξης και σεβασμού.
Γιατί το σχολείο δεν είναι μόνο οι βαθμοί, οι εξετάσεις, οι επιδόσεις. Είναι οι σχέσεις. Είναι η εμπιστοσύνη. Είναι η αίσθηση ότι ένας άνθρωπος που εργάζεται καθημερινά με παιδιά δεν θα χρειάζεται να φοβάται – ούτε να σιωπά.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η δημόσια συζήτηση για την ποιότητα της εκπαίδευσης αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία, η διαμόρφωση των κατάλληλων συνθηκών μάθησης μέσα στη σχολική τάξη αποτελεί κρίσιμο ζήτημα. Η σύνθεση και το μέγεθος των τμημάτων δεν είναι μια απλή οργανωτική παράμετρος· επηρεάζει άμεσα την παιδαγωγική διαδικασία, τη δυνατότητα εξατομικευμένης υποστήριξης και τελικά την ισότιμη πρόσβαση όλων των μαθητών και μαθητριών στη γνώση.
Με αφορμή τις επικείμενες εγγραφές στα Νηπιαγωγεία και τα Δημοτικά Σχολεία της χώρας, η Πανελλήνια Επιστημονική Ένωση Διευθυντών/ντριών Σχολικών Μονάδων Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης καταθέτει μια τεκμηριωμένη και ρεαλιστική πρόταση για τον καθορισμό ανώτατου αριθμού 20 μαθητών/τριών ανά τμήμα από το σχολικό έτος 2026-2027. Η πρόταση αυτή βασίζεται σε δημογραφικά δεδομένα, στις αυξημένες ανάγκες υποστήριξης μαθητών/τριών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, αλλά και σε σύγχρονα ερευνητικά ευρήματα που αναδεικνύουν τη σημασία μικρότερων τμημάτων για την αποτελεσματική μάθηση.
Η ακόλουθη ανακοίνωση αποτυπώνει το σκεπτικό, τους στόχους και το κάλεσμα της Ένωσης προς την πολιτική ηγεσία και τα κόμματα, με γνώμονα τη διασφάλιση ενός ποιοτικά αναβαθμισμένου και πιο συμπεριληπτικού δημόσιου σχολείου.
ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΔΙΕΥΘΥΝΤΩΝ/ΝΤΡΙΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ Π.Ε.
Θέμα: «Πρόταση για μέγιστο αριθμό 20 μαθητών/τριών ανά τμήμα από το σχολικό έτος 2026-2027 σε όλα τα Νηπιαγωγεία και Δημοτικά Σχολεία της χώρας»
Το Διοικητικό Συμβούλιο της Πανελλήνιας Επιστημονικής Ένωσης Διευθυντών/ντριών Σχολικών Μονάδων Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, ενόψει των εγγραφών μαθητών/τριών στα Νηπιαγωγεία και Δημοτικά Σχολεία της χώρας τον προσεχή Μάρτιο, και λαμβάνοντας υπόψη:
α. τη μείωση του αριθμού των εγγραφών μαθητών/τριών στα νηπιαγωγεία και την Α΄ τάξη των δημοτικών σχολείων της χώρας, που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια,
β. τη συνεχή αύξηση του αριθμού των μαθητών/τριών που λαμβάνουν γνωματεύσεις για αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες,
γ. τις σχετικές έρευνες που αποδεικνύουν πως τμήματα νηπιαγωγείων και δημοτικών σχολείων με αριθμό μαθητών/τριών που υπερβαίνει τους 20 δυσχεραίνουν, σε κάθε περίπτωση, την εκπαιδευτική διαδικασία, την παιδαγωγική οργάνωσή της και, τελικά, την επίτευξη των εκπαιδευτικών στόχων,
καλεί την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας:
Να νομοθετήσει άμεσα, για τις εγγραφές του σχολικού έτους 2026-2027, που θα πραγματοποιηθούν στα νηπιαγωγεία και την Α΄ τάξη των δημοτικών σχολείων τον προσεχή Μάρτιο, ως μέγιστο αριθμό ανά τμήμα τους/τις 20 μαθητές/τριες, και ως ελάχιστο αριθμό ανά τμήμα τους/τις 12 μαθητές/τριες. Με τον τρόπο αυτό, σε βάθος εξαετίας, και συγκεκριμένα από το σχολικό έτος 2031-2032 και μετά, σε κανένα τμήμα των νηπιαγωγείων και των δημοτικών σχολείων της χώρας δεν θα φοιτούν πάνω από 20 μαθητές/τριες.

Η μείωση του αριθμού των μαθητών/τριών σε 20 ανά τμήμα, μπορεί να συμβάλει σημαντικά, ώστε να αντιμετωπιστούν οι ελλείψεις, οι δυνατότητες, τα ενδιαφέροντα και, γενικά, οι ανάγκες και οι ιδιαιτερότητες του/της κάθε μαθητή/τριας στο σχολείο, από άποψη γλωσσική, γνωστική, νοητική, συναισθηματική, πολιτισμική και κοινωνική, μέσω της δυνατότητας των εκπαιδευτικών για εξατομικευμένη παιδαγωγική και διδακτική παρέμβαση.
Η προτεινόμενη ρύθμιση είναι απολύτως ρεαλιστική και εφαρμόσιμη, και μπορεί να συμβάλει στην ποιοτική αναβάθμιση του εκπαιδευτικού έργου που επιτελείται στα δημόσια σχολεία.
Καλούμε όλα τα πολιτικά κόμματα να τοποθετηθούν υπεύθυνα επί του ιδιαίτερα σημαντικού αυτού ζητήματος και να εισηγηθούν την πραγματοποίηση σχετικής συζήτησης στη Διαρκή Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής.