ΦΕΚ: Αναστέλλεται η λειτουργία 22 σχολείων σε Κεντρική και Δυτική Μακεδονία – Η λίστα 10 ώρες πριν Εκπαίδευση, Εκπαιδευτικοί, Παιδεία, Πρωτοβάθμια Την αναστολή λειτουργίας 22 σχολικών μονάδων στην Κεντρική και τη Δυτική Μακεδονία για το σχολικό έτος 2026-2027 προβλέπουν δύο αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Συνολικά πρόκειται για 8 Δημοτικά Σχολεία και 14 Νηπιαγωγεία στις Περιφερειακές Ενότητες Πέλλας, Γρεβενών, Καστοριάς, Κοζάνης και Φλώρινας. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η αναστολή λειτουργίας … Διαβάστε περισσότερα »
Πηγή άρθρου: fresh-educationΣάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026
Εκπαιδευτικοί Κέρκυρας: «Κανένα παιδί εκτός σχολείου λόγω έλλειψης μεταφοράς»

Με αφορμή τα προβλήματα που καταγράφονται στις σχολικές μεταφορές στην Κέρκυρα, ο ΣΕΠΕ Κέρκυρας ζητά την άμεση κάλυψη όλων των ακάλυπτων δρομολογίων, ώστε κανένας μαθητής να μη στερείται την πρόσβαση στο σχολείο.
Ο Σύλλογος επισημαίνει ότι οι δυσκολίες επαναλαμβάνονται κάθε σχολική χρονιά, επιβαρύνοντας τις οικογένειες και θέτοντας εμπόδια στην ισότιμη συμμετοχή των παιδιών στην εκπαιδευτική διαδικασία.
Παράλληλα, διεκδικεί επαρκή χρηματοδότηση, ειδική μέριμνα για τους μαθητές με αναπηρία και τη δημιουργία ενός σταθερού, δημόσιου συστήματος ασφαλούς και δωρεάν σχολικής μεταφοράς.
Ολόκληρη η ανακοίνωση:
Με την έναρξη και της φετινής σχολικής χρονιάς επανέρχεται στην Κέρκυρα το ίδιο σοβαρό πρόβλημα: μαθητές και μαθήτριες δεν έχουν εξασφαλισμένη τη μετακίνησή τους από και προς το σχολείο.
Οι καταγγελίες των Ενώσεων Γονέων Κεντρικής και Βόρειας Κέρκυρας δεν αφήνουν περιθώρια για εφησυχασμό. Ήδη έχουν καταγραφεί προβλήματα σε δρομολόγια της Βόρειας Κέρκυρας, ενώ σύμφωνα με τις δημόσιες παρεμβάσεις των γονέων σημαντικό μέρος των σχολικών μεταφορών δεν πραγματοποιείται. Το αποτέλεσμα είναι μαθητές να δυσκολεύονται ή να αδυνατούν να φτάσουν στο σχολείο τους και οικογένειες να καλούνται, για ακόμη μία φορά, να αναλάβουν ένα κόστος και μια ευθύνη που δεν τους ανήκει.
Το πρόβλημα δεν είναι καινούριο. Επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο, με διαφορετική ένταση, στην Κέρκυρα και σε άλλες περιοχές της χώρας. Χαρακτηριστικό είναι ότι παραμένουν ακάλυπτες εκατοντάδες μετακινήσεις, μεταξύ των οποίων και μετακινήσεις μαθητών με αναπηρία.
Το γεγονός ότι η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων έχει προχωρήσει σε Δυναμικό Σύστημα Αγορών για τη μεταφορά μαθητών για τα σχολικά έτη 2026-2027 έως 2028-2029 δεν αρκεί. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να προκηρύσσονται διαγωνισμοί. Το ζητούμενο είναι να εξασφαλίζεται στην πράξη, από την πρώτη ημέρα λειτουργίας των σχολείων, η ασφαλής, δωρεάν και απρόσκοπτη μεταφορά κάθε μαθητή που τη δικαιούται.
Οι ευθύνες είναι συγκεκριμένες και βαραίνουν τόσο την κυβέρνηση όσο και την Περιφερειακή Αρχή. Η κυβέρνηση, που έχει την τελική ευθύνη για τη χρηματοδότηση και το θεσμικό πλαίσιο των σχολικών μεταφορών, επιμένει να αντιμετωπίζει ένα κρίσιμο κοινωνικό δικαίωμα με όρους εργολαβιών, διαγωνισμών και «κόστους», αντί να διασφαλίζει καθολικά και έγκαιρα τη δωρεάν μετακίνηση όλων των μαθητών. Την ίδια στιγμή, η Περιφερειακή Αρχή δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαχείριση των συνεπειών αυτής της πολιτικής. Έχει ευθύνη να διεκδικήσει δυναμικά από την κυβέρνηση την αναγκαία χρηματοδότηση, τις θεσμικές αλλαγές και τις άμεσες λύσεις, να αναδείξει δημόσια το πρόβλημα και να ασκήσει ουσιαστική πίεση μέχρι να δοθεί λύση. Η επανάληψη του ίδιου προβλήματος κάθε σχολική χρονιά δείχνει ότι οι μέχρι σήμερα παρεμβάσεις δεν επαρκούν. Οι μαθητές της Κέρκυρας δεν μπορούν να περιμένουν ούτε άλλους διαγωνισμούς ούτε άλλες υποσχέσεις ούτε να πληρώνουν τις συνέπειες της κυβερνητικής πολιτικής και της ανεπαρκούς διεκδίκησης της Περιφέρειας.
Η μεταφορά των μαθητών είναι δικαίωμα, όχι «παροχή» της αγοράς!
Ο ΣΕΠΕ Κέρκυρας θεωρεί απαράδεκτο το να αντιμετωπίζεται η μεταφορά των μαθητών ως μια ακόμη υπηρεσία που θα παρέχεται μόνο εφόσον υπάρξει επαρκές επιχειρηματικό ενδιαφέρον.
Οι μαθητές δεν μπορεί να περιμένουν μέχρι να ολοκληρωθούν διαγωνισμοί, επαναληπτικές διαδικασίες ή διαπραγματεύσεις. Οι οικογένειες δεν μπορεί να μετατρέπονται σε «εφεδρικό μηχανισμό μεταφοράς» και οι εκπαιδευτικοί να καλούνται να διαχειριστούν καθημερινά τις συνέπειες της απουσίας μαθητών από το σχολείο.
Ιδιαίτερα για τα παιδιά των απομακρυσμένων περιοχών, για τα παιδιά των ειδικών σχολείων και για τους μαθητές που χρειάζονται εξειδικευμένη μεταφορά, η εξασφάλιση της μετακίνησης αποτελεί προϋπόθεση για την ισότιμη πρόσβαση στη δημόσια εκπαίδευση.
Απαιτούμε άμεσα:
1. Να καλυφθούν ΤΩΡΑ όλα τα ακάλυπτα δρομολόγια. Κανένας μαθητής να μην παραμένει εκτός σχολείου επειδή δεν έχει εξασφαλιστεί η μετακίνησή του.
2. Να δοθεί από την Περιφέρεια δημόσια και αναλυτική ενημέρωση για όλα τα ακάλυπτα δρομολόγια της Κέρκυρας. Να γνωρίζουν οι γονείς, οι εκπαιδευτικοί και οι σχολικές μονάδες ποια δρομολόγια δεν εκτελούνται, για ποιο λόγο και ποιο είναι το συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα επίλυσής τους.
3. Να δοθεί απόλυτη προτεραιότητα στα Ειδικά Σχολεία και στους μαθητές με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Η μεταφορά τους πρέπει να πραγματοποιείται με κατάλληλα οχήματα και εξειδικευμένο συνοδό, όπου απαιτείται, χωρίς καμία καθυστέρηση.
4. Να εξασφαλιστεί επαρκής χρηματοδότηση και ρεαλιστικό κόστος των δρομολογίων.
Η πολιτεία οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές συνθήκες των νησιωτικών περιοχών, τις αποστάσεις, το κόστος καυσίμων και συντήρησης και τις ιδιαίτερες ανάγκες των απομακρυσμένων περιοχών.
5. Να υπάρξει μόνιμος και ολοκληρωμένος σχεδιασμός για τις σχολικές μεταφορές στα Ιόνια Νησιά.
Δεν είναι αποδεκτό κάθε Σεπτέμβρη να ξεκινά η ίδια διαδικασία αναζήτησης προσωρινών λύσεων.
6. Να διερευνηθεί η δημιουργία δημόσιου φορέα σχολικών μεταφορών σε επίπεδο Περιφέρειας, με δικό του στόλο και μόνιμο προσωπικό. Ένας τέτοιος φορέας μπορεί να διαθέτει λεωφορεία, οδηγούς και συνοδούς και να καλύπτει με σταθερότητα τις ανάγκες των σχολείων, συμπεριλαμβανομένων των εκπαιδευτικών επισκέψεων και των μετακινήσεων των Ειδικών Σχολείων.
7. Να υπάρξει ειδικός σχεδιασμός για τα νησιά. Η σχολική μεταφορά στην Κέρκυρα και στα υπόλοιπα Ιόνια Νησιά δεν μπορεί να σχεδιάζεται με τα ίδια κριτήρια που εφαρμόζονται σε μια ηπειρωτική περιοχή. Οι γεωγραφικές ιδιαιτερότητες, οι αποστάσεις, οι ορεινές και απομακρυσμένες περιοχές και η τουριστική περίοδος απαιτούν διαφορετικό σχεδιασμό.
Δεν θα αποδεχτούμε την «κανονικότητα» των χαμένων μαθημάτων!
Ο ΣΕΠΕ Κέρκυρας στηρίζει τα αιτήματα των γονέων και των κηδεμόνων και απαιτεί από την Περιφέρεια Ιονίων Νήσων και την κυβέρνηση να αναλάβουν άμεσα την ευθύνη που τους αναλογεί.
Η μεταφορά από και προς το σχολείο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της πρόσβασης των παιδιών στη δημόσια εκπαίδευση. Δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν θα βρεθεί ανάδοχος, αν ένας διαγωνισμός θα είναι άγονος ή αν μια οικογένεια έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει καθημερινά το παιδί της.
Κανένα παιδί δεν πρέπει να χάνει μάθημα επειδή δεν υπάρχει λεωφορείο.
Κανένας γονιός δεν πρέπει να αναγκάζεται να επιλέξει ανάμεσα στην εργασία του και τη μεταφορά του παιδιού του στο σχολείο.
Κανένα σχολείο δεν μπορεί να λειτουργεί με μαθητές που απουσιάζουν επειδή η Πολιτεία δεν έχει εξασφαλίσει τη μετακίνησή τους.
Απαιτούμε λύση τώρα, για όλα τα δρομολόγια και για όλους τους μαθητές.
Ο ΣΕΠΕ Κέρκυρας θα συνεχίσει να βρίσκεται μαζί με τους γονείς, τους μαθητές και τις σχολικές κοινότητες, διεκδικώντας το αυτονόητο: ασφαλή, δωρεάν και καθολική μεταφορά όλων των μαθητών. alfavita
Τι σημαίνει σήμερα να μαθαίνουμε τα παιδιά να διαβάζουν;


Ησυζήτηση για το περιεχόμενο της γλωσσικής διδασκαλίας έχει ανοίξει εδώ και αρκετό καιρό, με αφορμή τη συγγραφή νέων Προγραμμάτων Σπουδών και σχολικών εγχειριδίων στο πλαίσιο του Πολλαπλού Βιβλίου. Έγινε, μάλιστα, ακόμη πιο έντονη μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της έρευνας PISA, σύμφωνα με την οποία οι μαθητές και οι μαθήτριες αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες στην κατανόηση κειμένων.
Γιατί, όμως, συμβαίνει αυτό; Μήπως χρειάζεται να ξανασκεφτούμε όχι μόνο ποια κείμενα διδάσκουμε, αλλά και τι μαθαίνουμε τα παιδιά να κάνουν με αυτά; Η απάντηση στις δυσκολίες των παιδιών να κατανοήσουν επαρκώς το περιεχόμενο των κειμένων δεν μπορεί να είναι απλώς περισσότερη γραμματική ή περισσότερες συμβατικές ασκήσεις κατανόησης. Χρειάζεται να ξαναδούμε τι σημαίνει σήμερα διαβάζω, κατανοώ και παράγω ένα κείμενο.
Ένα πρώτο ζήτημα είναι κατά πόσο τα παιδιά, ήδη από το δημοτικό σχολείο, έρχονται σε επαφή με ποικιλία κειμενικών ειδών που συναντούν στην καθημερινή τους ζωή. Όταν τα κείμενα επιλέγονται -ή και κατασκευάζονται- κυρίως για να διδαχθούν προκαθορισμένα γραμματικά φαινόμενα ή όταν η επεξεργασία τους εξαντλείται σε ασκήσεις γραμματικής, ορθογραφίας και κάλυψης της ύλης, το ίδιο το κείμενο εύκολα περνά σε δεύτερο πλάνο. Κι όταν τα κείμενα μιας θεματικής ενότητας εμφανίζονται γραμμικά και δεν συνομιλούν ουσιαστικά μεταξύ τους, οι μαθητές και οι μαθήτριες τα προσεγγίζουν επιφανειακά, ως μέρος μιας τυποποιημένης μαθησιακής διαδικασίας.
Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και των νέων μορφών επικοινωνίας, το ζητούμενο είναι πώς το σύγχρονο σχολείο μπορεί να συνομιλήσει με τις εμπειρίες των παιδιών και να τα βοηθήσει να διαβάζουν κριτικά όσα συμβαίνουν γύρω τους. Τα παιδιά έρχονται καθημερινά σε επαφή με πολυτροπικά κείμενα, στα οποία ο λόγος συνδυάζεται με την εικόνα, τον ήχο, το χρώμα και την κίνηση. Είναι, επομένως, σημαντικό τα σχολικά βιβλία να προσφέρουν εύρος κειμενικών ερεθισμάτων, να αναδεικνύουν διαφορετικές όψεις της κοινωνικής πραγματικότητας και να δίνουν χώρο στη φωνή των ίδιων των παιδιών, ενισχύοντας έτσι τα κίνητρά τους και την ενεργή συμμετοχή τους στην ανάγνωση.
Τι σημαίνει, όμως, σήμερα «διαβάζω» ένα κείμενο; Και τι σημαίνει, στη συνέχεια, «γράφω» ένα δικό μου; Το ερώτημα αυτό οδηγεί στον επαναπροσδιορισμό της θέσης της διδασκαλίας των κειμένων στην τάξη. Σύμφωνα με τα νεότερα Προγράμματα Σπουδών και τους συνοδευτικούς Οδηγούς Εκπαιδευτικού για το Δημοτικό, το κείμενο αντιμετωπίζεται ως κοινωνικοπολιτισμικό προϊόν και η επεξεργασία του οργανώνεται γύρω από παιδαγωγικές διαδικασίες που ξεκινούν από τη σύνδεσή του με τις εμπειρίες των παιδιών και οδηγούν σταδιακά στην κριτική του αποτίμηση στην τάξη.
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Στα σχολικά εγχειρίδια, η ανάγνωση δεν αρκεί να περιορίζεται στον εντοπισμό της κεντρικής ιδέας ή επιμέρους πληροφοριών μέσα από τυπικές ερωτήσεις κατανόησης. Τα παιδιά χρειάζεται να διερευνούν, ως κοινότητα γραμματισμού, ποιος/α δημιούργησε το κείμενο, για ποιον λόγο, σε ποιους/ες απευθύνεται, τι θέλει να πετύχει, πώς οργανώνεται και ποιες γλωσσικές επιλογές αξιοποιεί. Μέσα από ρητά διατυπωμένες στρατηγικές μπορούν έτσι να ξεκλειδώνουν σταδιακά τις διαφορετικές διαστάσεις ενός κειμένου.
Στην πράξη, μια τέτοια αναγνωστική πορεία μπορεί να οργανώνεται σε τρία επίπεδα: «πάνω στις γραμμές», με τον εντοπισμό πληροφοριών που δηλώνονται ρητά· «πίσω από τις γραμμές», με την εξαγωγή συμπερασμάτων και τη διερεύνηση της πρόθεσης, της οπτικής και των γλωσσικών επιλογών του κειμένου· και «πέρα από τις γραμμές», με την αξιολόγηση και την κριτική τοποθέτηση απέναντί του. Οι μαθητές και οι μαθήτριες μπορεί, για παράδειγμα, να ξαναγράψουν μια ιστορία από την οπτική ενός άλλου προσώπου, να συγκρίνουν δύο διαφορετικούς τίτλους για το ίδιο γεγονός ή να εξετάσουν πώς αλλάζει το νόημα ενός μηνύματος όταν αλλάζει η εικόνα που το συνοδεύει. Το τριεπίπεδο αυτό σχήμα ήδη αξιοποιείται συστηματικά στα εγκεκριμένα σχολικά εγχειρίδια «Η Γλώσσα μας» (εκδ. Νήσος).
Στην προσέγγιση αυτή, η γραμματική και το λεξιλόγιο δεν διδάσκονται αποκομμένα, αλλά συνδέονται λειτουργικά με τα κείμενα και τα νοήματα που αυτά παράγουν σε ένα δεδομένο επικοινωνιακό πλαίσιο. Η ίδια λογική επεκτείνεται και στα πολυτροπικά κείμενα, όπου τα παιδιά διερευνούν πώς η εικόνα, ο ήχος και τα υπόλοιπα σημειωτικά μέσα συμβάλλουν στη διαμόρφωση του νοήματος.
Το σχολείο χρειάζεται, όμως, να δημιουργεί χώρο και για την αναγνωστική απόλαυση, για την περιέργεια που γεννά την επιθυμία να συνεχίσω να διαβάζω. Η πρόβλεψη στο νεότερο Πρόγραμμα Σπουδών ενός Θεματικού Πεδίου αφιερωμένου στην ανάγνωση εκτεταμένων κειμένων διευρύνει την αναγνωστική εμπειρία μέσα από τη συστηματική επαφή των μαθητών και των μαθητριών με ολόκληρα βιβλία. Εκτός από τη μελέτη αποσπασμάτων στο πλαίσιο των θεματικών ενοτήτων, τα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να προσεγγίζουν ολοκληρωμένα λογοτεχνικά –και όχι μόνο– βιβλία μέσα από δημιουργικές δραστηριότητες. Η θέση, επομένως, που καταλαμβάνει η φιλαναγνωσία στα νέα σχολικά βιβλία αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς μπορεί να συνδεθεί δημιουργικά και με την αξιοποίηση νέων ψηφιακών μέσων.
Η συζήτηση για τα «βασικά» της γλωσσικής διδασκαλίας χρειάζεται, λοιπόν, να μπει σε νέα βάση. Το δίλημμα δεν είναι αν τα παιδιά χρειάζονται βασικές γλωσσικές δεξιότητες — ασφαλώς και τις χρειάζονται. Το ερώτημα είναι ποιες δεξιότητες είναι βασικές για ένα παιδί που μεγαλώνει σήμερα: να μπορεί να κατανοεί ένα κείμενο, να ελέγχει και να αμφισβητεί όσα διαβάζει, να παράγει λόγο με επίγνωση των επιλογών του και, ταυτόχρονα, να ανακαλύπτει τη χαρά της ανάγνωσης.
*Αναπληρώτρια Καθηγήτρια ΠΤΔΕ Πανεπιστημίου Αιγαίου alfavita
Το διάλειμμα στο σχολείο δεν είναι παράπτωμα

Το κουδούνι χτυπά και δεκάδες ή εκατοντάδες παιδιά βγαίνουν ταυτόχρονα στο προαύλιο. Τρέχουν, φωνάζουν, παίζουν, κυνηγιούνται, συζητούν. Είναι η εικόνα ενός συνηθισμένου σχολικού διαλείμματος.
Κι όμως, τα τελευταία χρόνια ακόμη και αυτή η απολύτως φυσιολογική εικόνα μοιάζει να αντιμετωπίζεται με καχυποψία.
Δεν είναι σπάνιο γονείς να παρατηρούν από την είσοδο του σχολείου τι συμβαίνει στο προαύλιο και, μετά το τέλος του διαλείμματος, να απευθύνονται στη διεύθυνση επειδή «τα παιδιά έτρεχαν και κανείς δεν τα σταμάτησε».
Το ερώτημα, όμως, είναι απλό: θα έπρεπε πράγματι να σταματήσουν;
Ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να ελέγχει κάθε κίνηση
Ο εκπαιδευτικός που έχει εφημερία έχει μια σαφή και σημαντική ευθύνη: να επιτηρεί τον χώρο, να παρεμβαίνει όταν υπάρχει κίνδυνος και να προστατεύει τους μαθητές.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μπορεί να προβλέψει κάθε κίνηση ή να αποτρέψει κάθε μικροατύχημα.
Σε ένα προαύλιο όπου κινούνται ταυτόχρονα δεκάδες παιδιά, η απόλυτη εποπτεία κάθε στιγμής είναι πρακτικά αδύνατη.
Ένα παιδί μπορεί να τρέξει, να σκοντάψει, να πέσει και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα να σηκωθεί και να συνεχίσει το παιχνίδι του.
Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι κάποιος εκπαιδευτικός αμέλησε τα καθήκοντά του.
Το διάλειμμα είναι μέρος της σχολικής ζωής
Για αρκετές ώρες, τα παιδιά παραμένουν καθισμένα στις τάξεις. Ακούν, γράφουν, συγκεντρώνονται και ακολουθούν κανόνες.
Όταν φτάνει η ώρα του διαλείμματος, είναι φυσικό να χρειάζονται κίνηση και εκτόνωση.
Το παιχνίδι, η σωματική δραστηριότητα και η επικοινωνία με τους συμμαθητές δεν αποτελούν «παρέκκλιση» από τη σχολική διαδικασία. Είναι μέρος της.
Το διάλειμμα λειτουργεί ως χρόνος αποφόρτισης, κοινωνικοποίησης και επαναφοράς πριν από το επόμενο μάθημα.
Γι' αυτό και η εικόνα ενός προαυλίου γεμάτου παιδιά που κινούνται δεν θα πρέπει να προκαλεί από μόνη της ανησυχία.
Από την ασφάλεια στην υπερβολική επιτήρηση
Η ανάγκη για ένα ασφαλές σχολικό περιβάλλον είναι αυτονόητη.
Το ζητούμενο, όμως, είναι να διαχωρίσουμε την πρόληψη από την απαίτηση για μηδενικό κίνδυνο.
Ένα σχολείο δεν μπορεί να λειτουργεί σαν χώρος όπου κάθε κίνηση απαγορεύεται προκειμένου να μη συμβεί ποτέ ένα ατύχημα.
Οι πτώσεις, οι μικροτραυματισμοί και οι συγκρούσεις στο παιχνίδι δεν μπορούν να εξαλειφθούν πλήρως από την παιδική καθημερινότητα.
Η ασφάλεια δεν σημαίνει ότι τα παιδιά δεν θα τρέξουν ποτέ.
Σημαίνει ότι οι χώροι είναι κατάλληλα σχεδιασμένοι, οι κανόνες είναι σαφείς, η επιτήρηση είναι ουσιαστική και υπάρχει άμεση αντιμετώπιση όταν προκύψει ένα περιστατικό.
Το πρόβλημα μπορεί να βρίσκεται στις υποδομές
Αν πραγματικά θέλουμε ασφαλέστερα σχολεία, η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο αν ένας εκπαιδευτικός «είδε» ένα παιδί να τρέχει.
Χρειάζονται κατάλληλες σχολικές εγκαταστάσεις, ασφαλή δάπεδα, σωστά συντηρημένοι χώροι, προστατευμένες επιφάνειες και επαρκείς χώροι άθλησης και παιχνιδιού.
Χρειάζεται επίσης επαρκής αριθμός εκπαιδευτικών για την επιτήρηση, αλλά και οργανωμένη αντιμετώπιση των περιστατικών που μπορεί να προκύψουν.
Όταν σε έναν περιορισμένο χώρο καλούνται να κινηθούν ταυτόχρονα εκατοντάδες παιδιά, ο σχεδιασμός του χώρου αποκτά καθοριστική σημασία.
Τι ζητάμε τελικά από τον εκπαιδευτικό;
Να επιτηρεί; Φυσικά.
Να παρεμβαίνει όταν ένα παιχνίδι γίνεται επικίνδυνο; Προφανώς.
Να θέτει όρια όταν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος; Ασφαλώς.
Να μετατρέψει όμως ένα προαύλιο γεμάτο παιδιά σε χώρο απόλυτης ακινησίας; Αυτό είναι διαφορετικό ζήτημα.
Ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να βρίσκεται ταυτόχρονα σε κάθε σημείο του προαυλίου ούτε να γνωρίζει τι θα κάνει κάθε παιδί το επόμενο δευτερόλεπτο.
Η ευθύνη της επιτήρησης πρέπει να είναι πραγματική και ουσιαστική, αλλά δεν μπορεί να ταυτίζεται με την απαίτηση για απόλυτο έλεγχο.
Το σχολείο πρέπει να χωράει την παιδικότητα
Τα παιδιά δεν μπαίνουν στο σχολείο χωρίς τη φυσική τους ανάγκη για παιχνίδι και κίνηση.
Δεν σταματούν να είναι παιδιά μόλις περάσουν την πόρτα του σχολείου.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να εξαφανίσουμε την παιδική κινητικότητα από το προαύλιο. Είναι να δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον όπου αυτή μπορεί να εκφράζεται με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ασφάλεια.
Γιατί ένα σχολείο που φοβάται κάθε τρέξιμο, κάθε φωνή και κάθε παιχνίδι κινδυνεύει να ξεχάσει κάτι βασικό: ότι απευθύνεται σε παιδιά.
Η ουσία βρίσκεται στην ισορροπία
Η προστασία των μαθητών και η ελευθερία του παιχνιδιού δεν είναι απαραίτητα αντίθετες έννοιες.
Το σχολείο μπορεί να θέτει κανόνες χωρίς να μετατρέπει το διάλειμμα σε ώρα απόλυτης πειθαρχίας. Μπορεί να επιτηρεί χωρίς να απαιτεί ακινησία. Μπορεί να αντιμετωπίζει τα ατυχήματα χωρίς κάθε περιστατικό να μετατρέπεται αυτομάτως σε αναζήτηση υπευθύνου.
Το πραγματικό στοίχημα είναι ένα σχολείο ασφαλές, αλλά όχι φοβισμένο.
Ένα σχολείο όπου ο εκπαιδευτικός κάνει σωστά τη δουλειά του, χωρίς να καλείται να επιτύχει το αδύνατο.
Και όπου το παιδί μπορεί, έστω για λίγα λεπτά, να αφήσει στην άκρη το βιβλίο, να σηκωθεί από την καρέκλα και να τρέξει.
Γιατί το διάλειμμα δεν είναι «κενός χρόνος».
Είναι κι αυτό μέρος της εκπαίδευσης. alfavita
Από τη γνώση στις δεξιότητες: Αλλάζει το σχολείο;

Τα τελευταία χρόνια, το ελληνικό σχολείο βρίσκεται αντιμέτωπο με μια σταδιακή αλλαγή προσανατολισμού. Η έμφαση στη μετάδοση και την κατάκτηση γνώσεων συνυπάρχει πλέον με μια ολοένα ισχυρότερη προώθηση των δεξιοτήτων, της βιωματικής μάθησης και των μαθητικών projects.
Στο επίκεντρο αυτής της νέας προσέγγισης βρίσκεται η λογική του «μαθαίνω πώς να μαθαίνω», η οποία παρουσιάζεται ως απάντηση στις ανάγκες ενός μεταβαλλόμενου κόσμου και ως τρόπος ενίσχυσης της αυτονομίας των μαθητών. Ωστόσο, η συζήτηση αποκτά διαφορετική διάσταση όταν τίθεται το ερώτημα τι συμβαίνει εάν η ανάπτυξη δεξιοτήτων αποσυνδεθεί από τη γνώση, το περιεχόμενο και τη βαθύτερη κατανόηση.
Η ανακοίνωση εξετάζει παράλληλα τη διαδρομή αυτής της αλλαγής στην ελληνική εκπαίδευση, τη σύνδεσή της με τις κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και τον μεταβαλλόμενο ρόλο του εκπαιδευτικού, ο οποίος καλείται όλο και περισσότερο να λειτουργεί ως «διευκολυντής της μάθησης».
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν το σύγχρονο σχολείο μπορεί να καλλιεργεί επικοινωνία, δημιουργικότητα και προσαρμοστικότητα χωρίς να περιορίζει τον χρόνο και τον χώρο που απαιτούν η γνώση, η κριτική σκέψη και η ουσιαστική μόρφωση. Οι εμπειρίες εκπαιδευτικών από την καθημερινή τάξη προσθέτουν μια ακόμη διάσταση στη συζήτηση, αναδεικνύοντας την απόσταση που μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στον σχεδιασμό μιας εκπαιδευτικής πολιτικής και στην εφαρμογή της στην πράξη. alfavita
Όταν το βλέμμα της τάξης απομακρύνεται

«Κύριε, βαριέμαι…». Μια φράση που κάποτε ίσως αποτελούσε απλώς μια αυθόρμητη αντίδραση ενός μαθητή, σήμερα ακούγεται όλο και συχνότερα στις σχολικές αίθουσες. Πίσω από αυτήν, όμως, δεν βρίσκεται απαραίτητα η αδιαφορία ή η τεμπελιά. Μπορεί να κρύβεται η δυσκολία ενός παιδιού να παραμείνει συγκεντρωμένο σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία, η εικόνα και η ψυχαγωγία εναλλάσσονται με καταιγιστικούς ρυθμούς.
Ο εκπαιδευτικός καλείται πλέον να διδάξει σε μια γενιά μαθητών που έχει μεγαλώσει με το κινητό στο χέρι και την οθόνη διαρκώς παρούσα. Από το TikTok και τα σύντομα βίντεο μέχρι τα μηνύματα και τα κοινωνικά δίκτυα, η προσοχή μοιάζει να μετακινείται συνεχώς από το ένα ερέθισμα στο άλλο.
Η δύσκολη μάχη για την προσοχή
Για τον εκπαιδευτικό, το μεγάλο ζητούμενο δεν είναι μόνο να ολοκληρώσει την ύλη. Είναι να καταφέρει να κερδίσει το βλέμμα και, κυρίως, το ενδιαφέρον των μαθητών.
Πώς μπορεί ένας δάσκαλος να οδηγήσει τους μαθητές στον κόσμο της λογοτεχνίας, της Ιστορίας ή των Μαθηματικών, όταν λίγα λεπτά νωρίτερα είχαν καταναλώσει έναν καταιγισμό εικόνων και πληροφοριών από την οθόνη του κινητού τους;
Η στιγμή που ο εκπαιδευτικός ζητά από τους μαθητές να αφήσουν τα κινητά στην άκρη δεν είναι απλώς μια προσπάθεια επιβολής κανόνων. Συχνά μοιάζει σαν να ζητά από τα παιδιά να απομακρυνθούν προσωρινά από έναν κόσμο στον οποίο αισθάνονται απολύτως οικεία.
Μια τάξη που λειτουργεί σε «on» και «off»
Η συνεχής εναλλαγή ερεθισμάτων, η ανάγκη για άμεση ανταπόκριση και η γρήγορη επιβράβευση που προσφέρει το ψηφιακό περιβάλλον έχουν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι μαθητές βιώνουν την πληροφορία.
Ωστόσο, η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί στην εύκολη καταδίκη της τεχνολογίας. Οι οθόνες αποτελούν πλέον μέρος της καθημερινότητας των παιδιών και το σχολείο δεν μπορεί να λειτουργεί σαν να μην υπάρχουν.
Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό: μπορεί η εκπαίδευση να προσαρμοστεί σε αυτή τη νέα πραγματικότητα χωρίς να χάσει την ουσία της;
Η σχολική αίθουσα δεν είναι απλώς ένας χώρος μετάδοσης πληροφοριών. Είναι ένας χώρος συνάντησης. Εκπαιδευτικοί και μαθητές χρειάζεται να επικοινωνούν, να συζητούν, να αμφισβητούν, να ακούν και να δημιουργούν κοινές εμπειρίες.
Από τη μετάδοση γνώσης στη δημιουργία νοήματος
Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, αλλάζει και ο ρόλος του εκπαιδευτικού. Δεν αρκεί πλέον να είναι ο άνθρωπος που μεταφέρει πληροφορίες από το βιβλίο στον μαθητή. Καλείται να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στη γνώση και την εμπειρία του παιδιού.
Η πρόκληση είναι να γίνει το μάθημα μια διαδικασία που έχει νόημα για τον μαθητή και δεν μοιάζει με ακόμη μία υποχρέωση απέναντι σε μια οθόνη ή σε ένα σχολικό εγχειρίδιο.
Γιατί τελικά, αυτό που μπορεί να μείνει στη μνήμη ενός παιδιού δεν είναι απαραίτητα κάθε πληροφορία που διδάχθηκε. Μπορεί να είναι ο τρόπος με τον οποίο ο εκπαιδευτικός το έκανε να αισθανθεί ότι η γνώμη του έχει αξία, ότι κάποιος το άκουσε και ότι η παρουσία του μέσα στην τάξη έχει σημασία.
Η σχέση παραμένει το πιο ισχυρό «εργαλείο»
Σε μια εποχή όπου μεγάλο μέρος της καθημερινής επικοινωνίας περνά μέσα από οθόνες, το ανθρώπινο βλέμμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Η απάντηση στην ψηφιακή διάσπαση δεν χρειάζεται να είναι ένας διαρκής πόλεμος απέναντι στην τεχνολογία. Μπορεί να είναι η ενίσχυση της σχέσης, της ουσιαστικής επικοινωνίας και της συμμετοχής.
Ο εκπαιδευτικός δεν χρειάζεται να ανταγωνιστεί την οθόνη στο δικό της πεδίο. Χρειάζεται να προσφέρει κάτι που καμία οθόνη δεν μπορεί να αντικαταστήσει: παρουσία, διάλογο, ανθρώπινη επαφή και τη δυνατότητα του μαθητή να αισθανθεί ότι πραγματικά τον βλέπουν και τον ακούν.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη πρόκληση της σύγχρονης τάξης: όχι να κλείσει όλες τις οθόνες, αλλά να ανοίξει ξανά χώρο για το ανθρώπινο βλέμμα.
Οι μαθητές δεν είναι αριθμοί – η εκπαίδευση έχει ψυχή !


Άκουσον άκουσον! Όταν τέθηκε στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δ΄ Αθήνας το ζήτημα των μικρών αιθουσών, στις οποίες καλούνται να στοιβαχτούν 27 μαθητές, η Διευθύντρια Εκπαίδευσης, απευθυνόμενη στους εκπαιδευτικούς που βρίσκονταν στη Διεύθυνση για να διαμαρτυρηθούν για το πετσόκομμα των τμημάτων των Γυμνασίων, απάντησε ότι οι εκπαιδευτικοί δεν έφεραν τα σχέδια από μηχανικό, ώστε να διαπιστωθεί το μέγεθος των τάξεων!
Πράγμα που θα πράξουν, λοιπόν. Αφού αυτό είχε να απαντήσει η Διευθύντρια Εκπαίδευσης στο δίκαιο αίτημα εκπαιδευτικών, μαθητών και γονιών, οι οποίοι είδαν τα σχολεία των παιδιών τους να τινάζονται στον αέρα από την πρώτη κιόλας εβδομάδα της λειτουργίας τους.
Αφού, δηλαδή, τα παιδιά είχαν ήδη πάρει το πρόγραμμά τους, είχαν ξεκινήσει τα μαθήματα, οι εκπαιδευτικοί είχαν κάνει τον προγραμματισμό τους και τα σχολεία είχαν οργανώσει τη λειτουργία τους, ήρθε η απόφαση για τη συγχώνευση και το «πέτσοκομμα» των τμημάτων να ανατρέψει τα πάντα.
Και τώρα οι εκπαιδευτικοί καλούνται να αποδείξουν ακόμη και το αυτονόητο: ότι οι αίθουσες στις οποίες κάνουν μάθημα έχουν συγκεκριμένες διαστάσεις και ότι 27 μαθητές σε έναν μικρό χώρο δεν είναι απλώς ένας αριθμός σε ένα διοικητικό έγγραφο, αλλά 27 παιδιά που πρέπει να μπορούν να μάθουν, να κινηθούν, να αναπνεύσουν και να αισθάνονται ασφαλή μέσα στην τάξη τους.
Οι εκπαιδευτικοί δεν είναι υπεύθυνοι να μετρούν τις τάξεις με μεζούρες και να αναζητούν μηχανικούς για να αποδείξουν αυτό που η ίδια η εκπαιδευτική πραγματικότητα δείχνει καθημερινά. Είναι εκεί για να διδάσκουν τα παιδιά. Απαντάμε, λοιπόν, καθαρά: Οι μαθητές δεν είναι εμπόρευμα! Οι μαθητές δεν είναι αριθμοί!
Οι εκπαιδευτικοί δεν είναι υπεύθυνοι να μετρούν τις τάξεις! Η εκπαίδευση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογιστικές πράξεις, όπου το ζητούμενο είναι πόσα παιδιά χωρούν ακόμη σε ένα τμήμα και πόσες ώρες εκπαιδευτικών μπορούν να εξοικονομηθούν. Γιατί πίσω από κάθε αριθμό υπάρχει ένα παιδί. Και πίσω από κάθε τμήμα υπάρχει ένας εκπαιδευτικός που προσπαθεί να κάνει τη δουλειά του όσο καλύτερα μπορεί. Θέλουμε την παιδεία που μας αξίζει.
Μια παιδεία που θα βάζει στο κέντρο τον μαθητή, τον εκπαιδευτικό και την ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία. Γιατί η εκπαίδευση δεν είναι αριθμοί. Η εκπαίδευση έχει ψυχή. alfavita

