Οι πληγές που δεν φαίνονται: Όταν η ειρωνεία, η προσβολή και η περιφρόνηση μπαίνουν στην τάξη

Υπήρξαν εποχές κατά τις οποίες το χαστούκι, η βέργα, το τράβηγμα του αυτιού ή η δημόσια τιμωρία ενός μαθητή θεωρούνταν σχεδόν αποδεκτά εργαλεία «πειθαρχίας», πρακτικές που σήμερα έχουν καταδικαστεί κοινωνικά και παιδαγωγικά, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι κάθε μορφή βίας έχει εξαφανιστεί από τη σχολική αίθουσα, αφού σε ορισμένες περιπτώσεις απλώς έγινε πιο αθόρυβη, πιο δύσκολα ανιχνεύσιμη και, ακριβώς γι’ αυτό, πολλές φορές πιο ύπουλη.
Δεν αφήνει απαραίτητα σημάδια στο σώμα, μπορεί όμως να τραυματίσει την αυτοεκτίμηση ενός παιδιού, όταν η ειρωνεία συνοδεύει κάθε λάθος απάντηση, όταν ένα απαξιωτικό βλέμμα προλαβαίνει τη φράση του μαθητή, όταν ο σαρκασμός προκαλεί τα γέλια ολόκληρης της τάξης ή όταν ένας εκπαιδευτικός, σε μια στιγμή θυμού ή εκνευρισμού, εκτοξεύει λέξεις όπως «δεν παίρνεις τα γράμματα», «πάλι δεν κατάλαβες;» ή ακόμη χειρότερα «δεν θα καταφέρεις τίποτα».
Το βλέμμα του εκπαιδευτικού γίνεται καθρέφτης
Ιδιαίτερα στις μικρότερες ηλικίες, τα παιδιά δεν έχουν ακόμη διαμορφώσει μια σταθερή εικόνα για τον εαυτό τους και γι’ αυτό η στάση των σημαντικών ενηλίκων γύρω τους μπορεί να αποκτήσει τεράστια βαρύτητα, με τον εκπαιδευτικό να βρίσκεται σε μια θέση όπου ένα βλέμμα ενθάρρυνσης μπορεί να βοηθήσει τον μαθητή να επιμείνει, ενώ η σταθερή αποδοκιμασία, η ειρωνεία ή η αδιαφορία μπορούν σταδιακά να μετατρέψουν το «ο καθηγητής πιστεύει ότι δεν μπορώ» σε ένα πολύ πιο επικίνδυνο «δεν μπορώ».
Εκεί ακριβώς αρχίζει μια από τις σοβαρότερες συνέπειες της κακής παιδαγωγικής συμπεριφοράς, γιατί δεν πλήττεται μόνο η σχέση του παιδιού με ένα μάθημα, αλλά μπορεί να πληγεί η ίδια η εικόνα που έχει για τις δυνατότητές του.
Όταν το λάθος γίνεται ντροπή
Το σχολείο θα έπρεπε να είναι ο κατεξοχήν χώρος όπου το λάθος επιτρέπεται, αφού ο μαθητής βρίσκεται εκεί ακριβώς για να μάθει όσα ακόμη δεν γνωρίζει, όμως υπάρχουν περιπτώσεις όπου μια λανθασμένη απάντηση συνοδεύεται από ειρωνικό χαμόγελο, γέλια ή δημόσιο σχόλιο, με αποτέλεσμα το παιδί να μην μαθαίνει μόνο τη σωστή απάντηση αλλά και κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: ότι είναι ασφαλέστερο να μη μιλά, να μη ρωτά και να μη συμμετέχει αν δεν είναι απολύτως βέβαιο.
Κάπως έτσι ένας μαθητής μπορεί να αρχίσει να κρύβεται μέσα στην τάξη, να προτιμά να φαίνεται αδιάφορος παρά ανεπαρκής και, χρόνια αργότερα, να θυμάται όχι το μάθημα που έγινε εκείνη την ημέρα αλλά το γέλιο των συμμαθητών του και το ύφος του ανθρώπου που στεκόταν απέναντί του.
Η περιφρόνηση δεν χρειάζεται λέξεις
Υπάρχουν, βέβαια, και συμπεριφορές που δεν καταγράφονται εύκολα επειδή δεν περιλαμβάνουν ούτε φωνές ούτε προσβολές: ο αναστεναγμός κάθε φορά που σηκώνει το χέρι ένας συγκεκριμένος μαθητής, η μόνιμη αδιαφορία, η αποφυγή, η επιλογή να δίνεται συνεχώς ο λόγος στους ίδιους «καλούς» μαθητές ή εκείνο το βλέμμα που λέει «μην περιμένεις πολλά από σένα» πριν ακόμη το παιδί ολοκληρώσει τη φράση του.
Αυτές οι συμπεριφορές μπορούν να είναι εξίσου επώδυνες, γιατί το παιδί αντιλαμβάνεται πολύ γρήγορα ποιος πιστεύει στις δυνατότητές του και ποιος έχει ήδη αποφασίσει ότι δεν αξίζει την προσπάθεια.
Οι ταμπέλες που ακολουθούν τον μαθητή
Ακόμη πιο επικίνδυνη είναι η στιγμή κατά την οποία μια συμπεριφορά μετατρέπεται σε ταυτότητα: ο μαθητής δεν έκανε μια αταξία, αλλά γίνεται «ο προβληματικός», δεν δυσκολεύεται στα Μαθηματικά, αλλά χαρακτηρίζεται «άσχετος», δεν διάβασε σε μια περίοδο, αλλά βαφτίζεται «τεμπέλης», με αυτές τις ετικέτες να ταξιδεύουν πολλές φορές από τάξη σε τάξη και από εκπαιδευτικό σε εκπαιδευτικό, στερώντας από ένα παιδί το δικαίωμα να ξεκινήσει ξανά.
Η αυστηρότητα είναι άλλο πράγμα
Η καταδίκη της ταπείνωσης δεν σημαίνει, φυσικά, ένα σχολείο χωρίς κανόνες, απαιτήσεις και συνέπειες, αφού ο εκπαιδευτικός έχει όχι μόνο το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να θέτει όρια, να ζητά προσπάθεια, να διορθώνει συμπεριφορές και να λέει «όχι» όταν χρειάζεται· το κρίσιμο σημείο είναι αν διορθώνει μια πράξη ή αν απαξιώνει τον ίδιο τον άνθρωπο.
Μπορεί να πει «αυτό που έκανες είναι απαράδεκτο» χωρίς να πει «είσαι απαράδεκτος» και μπορεί να επισημάνει ότι ένας μαθητής δεν προσπάθησε αρκετά χωρίς να τον χαρακτηρίσει «τεμπέλη», γιατί ακριβώς εκεί βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στην παιδαγωγική αυστηρότητα και στην ψυχολογική ταπείνωση.
Ο εκπαιδευτικός είναι άνθρωπος, μπορεί να κουραστεί, να θυμώσει και να κάνει λάθος, αλλά ακόμη και τότε έχει τη δυνατότητα να πει «αυτό που σου είπα ήταν άδικο, συγγνώμη», χωρίς να χάνει το κύρος του· αντίθετα, δείχνει στους μαθητές ότι η εξουσία δεν σημαίνει αλάθητο και ότι η αναγνώριση ενός λάθους αποτελεί και αυτή μάθημα.
Γιατί οι μαθητές μπορεί να ξεχάσουν ασκήσεις, ημερομηνίες, τύπους και βαθμούς, όμως δύσκολα ξεχνούν τον άνθρωπο που τους έκανε να αισθανθούν μικροί — όπως δύσκολα ξεχνούν κι εκείνον που, όταν οι ίδιοι είχαν πάψει να πιστεύουν στον εαυτό τους, τους έδωσε έναν ακόμη λόγο να προσπαθήσουν.
Το ξύλο του παλιού σχολείου ευτυχώς ανήκει στο παρελθόν, αλλά η πραγματικά ασφαλής τάξη δεν είναι μόνο εκείνη όπου κανείς δεν σηκώνει το χέρι σε ένα παιδί· είναι εκείνη όπου κανείς δεν χρησιμοποιεί τη φωνή, τον βαθμό, την ειρωνεία, το βλέμμα ή τη θέση εξουσίας του για να κάνει έναν μαθητή να αισθανθεί μικρότερος από αυτό που είναι. alfavita

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου