Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

 


Το παράδοξο των ελληνικών σχολείων: Λίγοι μαθητές ανά εκπαιδευτικό, αλλά μεγάλες ελλείψεις προσωπικού

sxolio aitgoysa
Google LogoΜάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το alfavita.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google
Η PISA 2025 αποκαλύπτει μια αντίφαση που γνωρίζουν καλά τα σχολεία: οι εκπαιδευτικοί μπορεί να επαρκούν αριθμητικά σε εθνικό επίπεδο, αλλά να μην βρίσκονται εκεί όπου και όταν χρειάζονται

Υπάρχει ένας αριθμός που, αν διαβαστεί μόνος του, θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι τα ελληνικά σχολεία δεν αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα στελέχωσης: η αναλογία μαθητών ανά εκπαιδευτικό στην Ελλάδα είναι χαμηλότερη από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
 

Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος αριθμός – ή, ακριβέστερα, μια δεύτερη εικόνα – που αλλάζει εντελώς τη συζήτηση.
 

Οι διευθυντές των ελληνικών σχολείων που συμμετείχαν στην PISA 2025 αναφέρουν από τις εντονότερες ελλείψεις εκπαιδευτικού προσωπικού μεταξύ των χωρών που συμμετείχαν στην έρευνα, με το σχετικό πρόβλημα να εμφανίζεται ιδιαίτερα έντονο σε κοινωνικά ευάλωτες περιοχές και σχολικές μονάδες της περιφέρειας. Ο ΟΟΣΑ κατατάσσει την Ελλάδα στην πέμπτη υψηλότερη θέση μεταξύ 88 εκπαιδευτικών συστημάτων ως προς τον δείκτη ελλείψεων εκπαιδευτικού προσωπικού που δηλώνουν οι διευθυντές, ενώ ταυτόχρονα η αναλογία μαθητών προς διδακτικό προσωπικό είναι μόλις περίπου οκτώ προς έναν, μία από τις χαμηλότερες διεθνώς.
 

Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της PISA για την Ελλάδα.
 

Γιατί δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς πόσοι εκπαιδευτικοί υπάρχουν, αλλά πού βρίσκονται, σε ποιες ειδικότητες, σε ποια σχολεία και σε ποια χρονική στιγμή φτάνουν στις τάξεις.
 

Το υπουργείο αναγνωρίζει το πρόβλημα της κατανομής
 

Το ίδιο το υπουργείο Παιδείας, παρουσιάζοντας τα αποτελέσματα της PISA 2025, παραδέχεται την αντίφαση. Από τη μία πλευρά σημειώνει ότι οι διευθυντές αναφέρουν μεγαλύτερες ελλείψεις προσωπικού από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ιδιαίτερα σε κοινωνικά ευάλωτα σχολεία και μονάδες της περιφέρειας. Από την άλλη, επισημαίνει ότι η Ελλάδα διαθέτει χαμηλότερη αναλογία μαθητών ανά εκπαιδευτικό και μικρότερο μέσο μέγεθος τάξης σε σχέση με τον ΟΟΣΑ.
 

Το συμπέρασμα του υπουργείου είναι ότι το ζήτημα αφορά περισσότερο «την κατανομή, τη διαχείριση και την αξιοποίηση του προσωπικού» παρά τη συνολική αριθμητική του επάρκεια.
 

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία.
 

Ο μέσος όρος μιας χώρας μπορεί να δείχνει ότι υπάρχουν αρκετοί εκπαιδευτικοί. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο καθηγητής Φυσικής βρίσκεται στο Γυμνάσιο που τον χρειάζεται, ότι ο φιλόλογος έχει τοποθετηθεί εγκαίρως στο νησί, ότι το σχολείο μιας απομακρυσμένης περιοχής έχει όλες τις ειδικότητες από την πρώτη ημέρα ή ότι η μονάδα με αυξημένες κοινωνικές και εκπαιδευτικές ανάγκες διαθέτει το προσωπικό που απαιτείται για να λειτουργήσει κανονικά.
 

Ο μέσος όρος δεν μπαίνει στην τάξη
 

Ένας πανελλαδικός δείκτης μπορεί να είναι ικανοποιητικός και την ίδια στιγμή ένα συγκεκριμένο σχολείο να ξεκινά τη χρονιά με δύο ή τρεις βασικές ειδικότητες σε εκκρεμότητα. Αυτό συμβαίνει επειδή η εκπαίδευση δεν λειτουργεί με έναν ενιαίο εθνικό «κουβά» προσωπικού.
 

Κάθε σχολείο χρειάζεται συγκεκριμένους ανθρώπους, συγκεκριμένων ειδικοτήτων, για συγκεκριμένο αριθμό ωρών. Ένας εκπαιδευτικός που εμφανίζεται κανονικά στα συνολικά στατιστικά μπορεί να συμπληρώνει ωράριο σε δύο ή τρία σχολεία, να βρίσκεται σε περιοχή με πλεόνασμα της ειδικότητάς του ή να μην καλύπτει το κενό που υπάρχει εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά.
 

Γι' αυτό και η αριθμητική επάρκεια δεν ταυτίζεται με τη λειτουργική επάρκεια.
 

Το σχολείο δεν χρειάζεται απλώς «έναν εκπαιδευτικό». Χρειάζεται τον κατάλληλο εκπαιδευτικό, στη σωστή ειδικότητα, στο σωστό σχολείο και από την πρώτη ημέρα των μαθημάτων.
 

Το ίδιο πρόβλημα είχε καταγράψει και ο ΟΟΣΑ πριν από την PISA 2025
 

Η αντίφαση δεν εμφανίστηκε ξαφνικά. Σε πρόσφατη αναλυτική έκθεση για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, ο ΟΟΣΑ είχε ήδη επισημάνει ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει γενικευμένη έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού σε επίπεδο συστήματος, αλλά παρουσιάζει επίμονες δυσκολίες στην έγκαιρη και αποτελεσματική κατανομή του.
 

Ήδη στην PISA 2022, το 54,3% των 15χρονων μαθητών φοιτούσε σε σχολεία των οποίων οι διευθυντές δήλωναν ότι η εκπαιδευτική λειτουργία παρεμποδιζόταν σε κάποιον βαθμό από έλλειψη διδακτικού προσωπικού, έναντι 46,7% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ. Ο Οργανισμός είχε μάλιστα επισημάνει ότι τα προβλήματα ήταν εντονότερα σε αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές.
 

Η PISA 2025 δείχνει ότι το πρόβλημα εξακολουθεί να υπάρχει.
 

Όταν το κενό σημαίνει χαμένες ώρες
 

Για το σχολείο, η καθυστέρηση στην τοποθέτηση προσωπικού δεν είναι μια απλή διοικητική εκκρεμότητα. Σημαίνει ώρες μαθημάτων που δεν γίνονται, προσωρινά προγράμματα που αλλάζουν διαρκώς, εκπαιδευτικούς που καλούνται να καλύψουν ανάγκες μέχρι να φτάσει ο συνάδελφος, μαθητές που επί εβδομάδες δεν έχουν σταθερό καθηγητή και σχολικές διοικήσεις που αναγκάζονται κάθε λίγες ημέρες να ξαναστήνουν το ωρολόγιο πρόγραμμα.
 

Σε ένα σχολείο της περιφέρειας, μάλιστα, ένα κενό συγκεκριμένης ειδικότητας δεν καλύπτεται πάντοτε εύκολα ακόμη και όταν υπάρχει διαθέσιμο προσωπικό συνολικά στη χώρα. Και όσο πιο απομακρυσμένη ή δύσκολη είναι μια περιοχή, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το πρόβλημα της προσέλκυσης και διατήρησης εκπαιδευτικών.
 

Το κρίσιμο ερώτημα: όχι πόσοι, αλλά πού
 

Η συζήτηση που ανοίγει η PISA 2025 είναι επομένως πολύ πιο σύνθετη από το ερώτημα εάν «υπάρχουν αρκετοί εκπαιδευτικοί». Η Ελλάδα φαίνεται να διαθέτει, στατιστικά, ευνοϊκή αναλογία μαθητών προς εκπαιδευτικούς. Ταυτόχρονα, όμως, οι άνθρωποι που διοικούν τα ίδια τα σχολεία αναφέρουν πολύ σοβαρότερες ελλείψεις από τους συναδέλφους τους στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ.
 

Οι δύο εικόνες δεν αλληλοαναιρούνται.
 

Αντίθετα, περιγράφουν με ακρίβεια ένα χρόνιο πρόβλημα του ελληνικού σχολείου: το προσωπικό μπορεί να υπάρχει στον εθνικό πίνακα, αλλά όχι απαραίτητα στην τάξη που το χρειάζεται.
 

Και αυτό σημαίνει ότι η λύση δεν βρίσκεται μόνο σε έναν ακόμη συνολικό αριθμό διορισμών ή προσλήψεων. Χρειάζεται καλύτερος προγραμματισμός πριν από την έναρξη της σχολικής χρονιάς, ταχύτερη κάλυψη κενών, σταθερότερο προσωπικό στις δυσπρόσιτες περιοχές και ένα σύστημα κατανομής που να λαμβάνει περισσότερο υπόψη τις πραγματικές ανάγκες κάθε σχολικής μονάδας. Γιατί στο τέλος η ποιότητα της εκπαίδευσης δεν κρίνεται από τον εθνικό μέσο όρο.
 

Κρίνεται το πρωί που χτυπά το κουδούνι, από το αν σε κάθε τάξη υπάρχει ο εκπαιδευτικός που πρέπει να βρίσκεται εκεί. alfavita

Δεν υπάρχουν σχόλια: