Γράφει ο Κώστας Χρυσάφης, Ομότιμος καθηγητής, Τμήμα Φυσικής, Α.Π.Θ.

Σε λίγες ημέρες πρόκειται να ανακοινωθούν τα ονόματα των επιτυχόντων στα πανεπιστήμια της χώρας. Αναμένεται, για μία ακόμη χρονιά, σειρά δημοσιευμάτων που θα επικρίνουν την εφαρμογή της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, υποστηρίζοντας ότι αφήνει χιλιάδες υποψηφίους εκτός πανεπιστημίων και μεγάλο αριθμό θέσεων κενό.

Για να αξιολογήσουμε, όμως, τις επιπτώσεις της ΕΒΕ στον αριθμό των εισακτέων στα ΑΕΙ, πρέπει προηγουμένως να απαντήσουμε σε δύο θεμελιώδη ερωτήματα:

α) Πρέπει όλοι οι απόφοιτοι της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης να έχουν τη δυνατότητα να εισαχθούν σε κάποιο πανεπιστημιακό τμήμα, ανεξαρτήτως του αν αυτό περιλαμβάνεται στις πρώτες επιλογές τους;

β) Πρέπει να προβλέπεται ανώτατη διάρκεια φοίτησης σε κάθε τμήμα;

Είναι μάλλον βέβαιο ότι, ως προς το πρώτο ερώτημα, ένας μικρός αριθμός κομμάτων υποστηρίζει την άνευ όρων εισαγωγή όλων των αποφοίτων λυκείου σε κάποιο πανεπιστημιακό τμήμα. Από το σημείο αυτό, ωστόσο, αρχίζει η πολιτική αντιπαράθεση. Η κυβέρνηση θεωρεί ορθή την εφαρμογή της ΕΒΕ και υποστηρίζει ότι αυτή πρέπει να συμβάλλει στον καθορισμό του αριθμού των εισακτέων. Πρόσφατα, ο πρώην υπουργός Κώστας Γαβρόγλου, παρουσιάζοντας το πρόγραμμα της ΕΛ. Α. Σ. για την παιδεία, επανέφερε την πρόταση για κάλυψη, από επιλαχόντες, όλων των θέσεων που έχουν προβλεφθεί για τα τμήματα στα οποία η εφαρμογή της ΕΒΕ αφήνει κενές θέσεις.

Τόσο η κριτική που ασκείται στην ΕΒΕ όσο και η προσέγγιση της ΕΛ. Α. Σ. για την κάλυψη των κενών θέσεων εκκινούν, κατά τη γνώμη μου, από λανθασμένη αφετηρία. Ο αριθμός των θέσεων σε κάθε τμήμα δεν προκύπτει από κάποια αντικειμενική διαδικασία αξιολόγησης εκ μέρους του Υπουργείου Παιδείας, το οποίο έχει την τελική ευθύνη της σχετικής απόφασης.

Κάθε χρόνο το Υπουργείο ζητεί από τα πανεπιστήμια να υποβάλουν τις προτάσεις τους για τον αριθμό των εισακτέων. Οι θέσεις που τελικά ανακοινώνονται, όμως, υπερβαίνουν συχνά τις προτάσεις των τμημάτων, άλλοτε σε μικρό και άλλοτε σε πολλαπλάσιο βαθμό. Η διαφορά δεν γίνεται πάντοτε εμφανής, επειδή σε ορισμένα τμήματα χαμηλής ζήτησης η ΕΒΕ περιορίζει τελικά τον αριθμό των εισαγομένων. Κατά συνέπεια, η συζήτηση περί «κενών θέσεων» είναι εξαιρετικά προβληματική. Εάν το Υπουργείο αποδεχόταν τις προτάσεις των ίδιων των ΑΕΙ, ο αριθμός των εισακτέων στην πλειονότητα των τμημάτων θα ήταν μικρότερος από εκείνον που τελικά καθορίζει το ίδιο.

Από τη στιγμή που ο αριθμός των θέσεων αποτελεί τη βάση κάθε διαδικασίας επιλογής, πρέπει να εξετάσουμε με ποιον τρόπο θα μπορούσε να προσδιορίζεται όσο το δυνατόν αντικειμενικότερα. Βασικά κριτήρια θα έπρεπε να είναι ο αριθμός των διδασκόντων κάθε τμήματος και η διαθέσιμη υλικοτεχνική υποδομή που συνδέεται άμεσα με την εκπαιδευτική διαδικασία.

Η Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘ.Α.Α.Ε.) θα μπορούσε, προκειμένου να αποφεύγονται ενδεχόμενες αυθαίρετες ή μη επαρκώς τεκμηριωμένες εκτιμήσεις των επιμέρους τμημάτων, να καθορίζει ενδεικτικούς δείκτες, όπως την αναλογία φοιτητών προς διδάσκοντες και τα τετραγωνικά μέτρα εκπαιδευτικών χώρων ανά φοιτητή. Οι δείκτες αυτοί θα μπορούσαν να διαφοροποιούνται ανά επιστημονικό πεδίο και κατηγορία σχολών, καθώς οι εκπαιδευτικές ανάγκες δεν είναι ίδιες σε όλα τα γνωστικά αντικείμενα.

Δύο παραδείγματα αρκούν για να καταδείξουν τον ανορθολογισμό τόσο των αποφάσεων του Υπουργείου Παιδείας όσο και των προτάσεων της ΕΛ. Α. Σ. για την πλήρη κάλυψη όλων των προβλεπόμενων θέσεων.

Το Τμήμα Φυσικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης διαθέτει 51 διδάσκοντες και, για το ακαδημαϊκό έτος 2026–2027, 145 θέσεις εισακτέων.

Το Τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων διαθέτει 38 διδάσκοντες και 235 θέσεις, ενώ το αντίστοιχο τμήμα του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης στην Καβάλα διαθέτει 16 διδάσκοντες και 100 θέσεις.

Η αναλογία θέσεων εισαγωγής προς διδάσκοντες διαμορφώνεται σε 2,84 στο Α.Π.Θ., σε 6,18 στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και σε 6,25 στο Δ.Π.Θ., στην Καβάλα. Η σύγκριση αποκαλύπτει από μόνη της την έλλειψη ορθολογικού σχεδιασμού. Παράλληλα, δημιουργεί μια παραπλανητική εικόνα στις τοπικές κοινωνίες: το Υπουργείο εμφανίζεται να διαθέτει μεγάλο αριθμό θέσεων, ενώ η ευθύνη για τη μη κάλυψή τους αποδίδεται αποκλειστικά στους υποψηφίους, οι οποίοι δεν επιλέγουν τα Ιωάννινα ή την Καβάλα.

Ένα δεύτερο και ακόμη χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αφορά τμήματα στα οποία, εξαιτίας της ΕΒΕ, εισάγεται πολύ μικρός αριθμός φοιτητών. Για το Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Α.Π.Θ. το Υπουργείο ανακοίνωσε 70 θέσεις εισακτέων και για το αντίστοιχο τμήμα του ΕΚΠΑ άλλες 59.

Συνολικά, επομένως, τα δύο τμήματα προβλέπεται να μπορούν να δεχθούν 129 φοιτητές.

Στις φετινές πανελλαδικές εξετάσεις, όμως, στο ειδικό μάθημα της Ιταλικής Γλώσσας συμμετείχαν μόλις 66 υποψήφιοι, αριθμός σχεδόν κατά το ήμισυ μικρότερος από το σύνολο των προσφερόμενων θέσεων. Το Υπουργείο φαίνεται να αγνοεί αυτή την πραγματικότητα. Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με την πρόταση της ΕΛ. Α. Σ. για την κάλυψη όλων των θέσεων από επιλαχόντες, θα μπορούσαν θεωρητικά να εισαχθούν όλοι οι υποψήφιοι, ακόμη και όσοι έχουν εξαιρετικά χαμηλές επιδόσεις σε ορισμένα από τα εξεταζόμενα μαθήματα.

Η εφαρμογή της ΕΒΕ ανέδειξε, ίσως για πρώτη φορά με τόση σαφήνεια, το πρόβλημα της περιορισμένης ζήτησης συγκεκριμένων τμημάτων και ορισμένων περιφερειακών ΑΕΙ. Η λύση δεν είναι απλώς η κατάργηση της ΕΒΕ, ώστε να αυξηθεί τεχνητά ο αριθμός των εισαγομένων. Απαιτείται σοβαρή αντιμετώπιση του ζητήματος της αναδιάρθρωσης του χάρτη της ανώτατης εκπαίδευσης, καθώς και ουσιαστική αναθεώρηση των προγραμμάτων σπουδών πολλών τμημάτων, ώστε αυτά να ανταποκρίνονται καλύτερα στις σύγχρονες επιστημονικές εξελίξεις, στις κοινωνικές ανάγκες, στις μεταβολές της αγοράς εργασίας και στην εμφάνιση νέων επαγγελμάτων.

Η ΕΒΕ πρέπει να συνδεθεί με μια αντικειμενική διαδικασία καθορισμού του αριθμού των εισακτέων σε κάθε τμήμα και να συμπληρωθεί με πρόσθετα κριτήρια και μέτρα για την ουσιαστική ενίσχυση των περιφερειακών ΑΕΙ. Τα περιφερειακά πανεπιστήμια θα μπορούσαν να διαθέτουν αριθμό θέσεων μεγαλύτερο από εκείνον που προκύπτει με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια, υπό την προϋπόθεση ότι θα εφαρμόζονται συγκεκριμένες πολιτικές φοιτητικής μέριμνας και ακαδημαϊκής υποστήριξης, ώστε οι φοιτητές να παραμένουν ενεργοί και να ολοκληρώνουν επιτυχώς τις σπουδές τους.

Το δεύτερο θεμελιώδες ερώτημα, σχετικά με την ανώτατη διάρκεια φοίτησης, συνδέεται άμεσα με το επίπεδο γνώσεων και την ακαδημαϊκή ετοιμότητα των υποψηφίων. Οι εισερχόμενοι φοιτητές πρέπει να διαθέτουν το ελάχιστο αναγκαίο γνωστικό υπόβαθρο, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις ενός πανεπιστημιακού προγράμματος σπουδών και να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους μέσα σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα, ακόμη και όταν αντιμετωπίζουν οικονομικές ή κοινωνικές δυσκολίες.

Η άκριτη εισαγωγή υποψηφίων με ιδιαίτερα χαμηλές επιδόσεις ενδέχεται να οδηγήσει στη δημιουργία μιας νέας γενιάς μακροχρόνια ανενεργών φοιτητών.

Μια τέτοια εξέλιξη δεν επιβαρύνει μόνο τα πανεπιστήμια, αλλά έχει σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες και για τις οικογένειες που καλούνται να υποστηρίζουν μία παρατεταμένη και συχνά ατελέσφορη φοίτηση.

Η κυβέρνηση οφείλει, επομένως, να ασχοληθεί ουσιαστικά με τα θεμελιώδη προβλήματα της ανώτατης εκπαίδευσης. Αντίστοιχα, τα κόμματα της αντιπολίτευσης, και ιδίως η ΕΛ. Α. Σ., οφείλουν να εγκαταλείψουν τις αποσπασματικές και ψηφοθηρικές προσεγγίσεις και να συμβάλουν στη διαμόρφωση μιας συνεκτικής εκπαιδευτικής πολιτικής, βασισμένης σε αντικειμενικά δεδομένα, ακαδημαϊκά κριτήρια και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.esos