Γράφει η Άννα Μπαράκα, BSc (Hons) Psychology – MSc (Hons) Criminal Psychology / Private Investigator @instagram.com/criminal_.mindscape/

Τα τελευταία χρόνια, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν διαμορφώνουν μόνο τις συνήθειες των ενηλίκων, αλλά επηρεάζουν πολύ περισσότερο τις επιλογές των παιδιών. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές τάσεις που έχουν αναδειχθεί διεθνώς είναι το λεγόμενο «Sephora Kids», ένας όρος που περιγράφει την αυξανόμενη ενασχόληση παιδιών – συχνά ηλικίας μόλις 8 έως 12 ετών – με προϊόντα περιποίησης του δέρματος που σχεδιάστηκαν για ενήλικες.

Η ονομασία προήλθε από βίντεο στα οποία παιδιά επισκέπτονται καταστήματα καλλυντικών, γεμίζουν τα καλάθια τους με ακριβά skincare προϊόντα και παρουσιάζουν στα κοινωνικά δίκτυα πολύπλοκες ρουτίνες ομορφιάς. Στην πραγματικότητα, όμως, το φαινόμενο δεν αφορά μία συγκεκριμένη εταιρεία. Αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη κοινωνική αλλαγή: την ολοένα μεγαλύτερη επίδραση της ψηφιακής κουλτούρας στην παιδική ηλικία.

Το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται στην αισθητική. Αγγίζει τη δημόσια υγεία, την ψυχολογία, την καταναλωτική συμπεριφορά και τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους.

Γιατί τα παιδιά επηρεάζονται τόσο εύκολα;

Η παιδική ηλικία χαρακτηρίζεται από έντονη κοινωνική μάθηση. Τα παιδιά παρατηρούν, μιμούνται και υιοθετούν συμπεριφορές ανθρώπων που θεωρούν πρότυπα. Στο παρελθόν αυτά τα πρότυπα ήταν κυρίως οι γονείς, οι εκπαιδευτικοί ή πρόσωπα του στενού κοινωνικού περιβάλλοντος. Σήμερα, μεγάλο μέρος αυτού του ρόλου έχουν αναλάβει οι influencers.

Οι δημιουργοί περιεχομένου εμφανίζονται καθημερινά στις οθόνες των παιδιών, μιλούν με οικειότητα, μοιράζονται προσωπικές στιγμές και παρουσιάζονται ως άνθρωποι που «λένε την αλήθεια». Έτσι δημιουργούνται οι λεγόμενες parasocial σχέσεις, δηλαδή μονόπλευροι ψυχολογικοί δεσμοί στους οποίους το παιδί αισθάνεται ότι γνωρίζει προσωπικά τον influencer, ενώ στην πραγματικότητα η σχέση υπάρχει μόνο από τη μία πλευρά.

Όταν λοιπόν ένας αγαπημένος δημιουργός προτείνει ένα προϊόν περιποίησης, η πρόταση αυτή συχνά εκλαμβάνεται ως συμβουλή ενός φίλου και όχι ως εμπορική προώθηση.

Το παιδικό δέρμα δεν είναι μικρογραφία του δέρματος ενός ενήλικα

Από δερματολογική άποψη, το παιδικό δέρμα παρουσιάζει σημαντικές διαφορές από εκείνο των ενηλίκων. Είναι λεπτότερο, πιο ευαίσθητο και ο επιδερμιδικός φραγμός του εξακολουθεί να αναπτύσσεται.

Για τον λόγο αυτό, πολλά δραστικά συστατικά που χρησιμοποιούνται ευρέως στην αντιγήρανση ή στη θεραπεία συγκεκριμένων δερματολογικών προβλημάτων δεν είναι απαραίτητα και σε ορισμένες περιπτώσεις δεν είναι κατάλληλα για ένα υγιές παιδικό δέρμα.

Προϊόντα που περιέχουν ρετινόλη, γλυκολικό οξύ, σαλικυλικό οξύ ή άλλες ισχυρές απολεπιστικές ουσίες μπορεί να προκαλέσουν ερεθισμό, ξηρότητα, διαταραχή του φυσικού προστατευτικού φραγμού του δέρματος και αυξημένη ευαισθησία, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιούνται χωρίς ιατρική καθοδήγηση.

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι στις περισσότερες περιπτώσεις ένα παιδί δεν χρειάζεται σύνθετες skincare ρουτίνες. Η σωστή υγιεινή, η χρήση ενός ήπιου καθαριστικού όταν απαιτείται, η ενυδάτωση όπου υπάρχει ανάγκη και η αντηλιακή προστασία αποτελούν συνήθως επαρκή μέτρα φροντίδας.

Όταν η αυτοεκτίμηση συνδέεται με την εμφάνιση

Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στο δέρμα. Η μεγαλύτερη ανησυχία αφορά την ψυχολογική διάσταση του φαινομένου.

Τα παιδιά και οι έφηβοι βρίσκονται σε μία περίοδο κατά την οποία διαμορφώνουν την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους. Όταν βομβαρδίζονται καθημερινά με περιεχόμενο που προβάλλει την «τέλεια επιδερμίδα», τις ακριβές αγορές και την ανάγκη συνεχούς βελτίωσης της εμφάνισης, είναι πολύ πιθανό να θεωρήσουν ότι ακόμη και ένα φυσιολογικό παιδικό πρόσωπο χρειάζεται διόρθωση.

Η συνεχής κοινωνική σύγκριση μπορεί να ενισχύσει την ανασφάλεια, να επηρεάσει την αυτοεκτίμηση και να δημιουργήσει την πεποίθηση ότι η προσωπική αξία εξαρτάται από την εξωτερική εικόνα.

Παράλληλα, η καλλιέργεια μιας έντονα καταναλωτικής νοοτροπίας οδηγεί πολλά παιδιά να συνδέουν την ευτυχία ή την κοινωνική αποδοχή με την απόκτηση ολοένα περισσότερων προϊόντων.

Η δύναμη των αλγορίθμων

Οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης λειτουργούν μέσω αλγορίθμων που προτείνουν συνεχώς παρόμοιο περιεχόμενο. Ένα παιδί που θα παρακολουθήσει λίγα βίντεο σχετικά με skincare είναι πιθανό να αρχίσει να βλέπει δεκάδες αντίστοιχα βίντεο μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Έτσι δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι «όλοι κάνουν το ίδιο». Το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως social proof, αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα μίμησης, ιδιαίτερα στις μικρότερες ηλικίες.

Η σημασία του Digital Literacy

Αντί να αντιμετωπίζουμε τα social media ως αποκλειστικά αρνητικά, είναι σημαντικό να βοηθήσουμε τα παιδιά να τα χρησιμοποιούν με κριτική σκέψη.

Η ψηφιακή παιδεία περιλαμβάνει βασικές δεξιότητες όπως η αναγνώριση των χορηγούμενων συνεργασιών, η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν τα affiliate links, η διάκριση μεταξύ προσωπικής άποψης και διαφήμισης και η αξιολόγηση της αξιοπιστίας μιας πηγής.

Ένα παιδί που γνωρίζει ότι ένας influencer μπορεί να αμείβεται για την προώθηση ενός προϊόντος είναι περισσότερο πιθανό να αξιολογήσει την πληροφορία με μεγαλύτερη προσοχή και λιγότερη παρορμητικότητα.

Ο ρόλος των γονέων

Η αποτελεσματικότερη προστασία δεν προέρχεται από την απόλυτη απαγόρευση, αλλά από τον διάλογο.

Οι γονείς μπορούν να ενθαρρύνουν τα παιδιά να αναρωτηθούν γιατί θέλουν ένα συγκεκριμένο προϊόν, αν πραγματικά το χρειάζονται και από πού προέρχεται η επιθυμία τους να το αποκτήσουν.

Παράλληλα, η κοινή παρακολούθηση περιεχομένου και η συζήτηση γύρω από τον τρόπο λειτουργίας των διαφημίσεων και των αλγορίθμων συμβάλλουν στην ανάπτυξη κριτικής σκέψης και υπεύθυνης ψηφιακής συμπεριφοράς.