Αδιάφοροι μαθητές: Πώς ο εκπαιδευτικός κάνει την πρώτη ρωγμή στο καβούκι τους
Σε κάθε τάξη υπάρχουν σχεδόν πάντα κάποιοι μαθητές που δεν μιλάνε. Δεν ρωτάνε. Δεν διεκδικούν το λόγο. Μοιάζουν απόντες. Είναι πράγματι αδιάφοροι; Ή μήπως απλώς δεν έχουν βρει ακόμα λόγο για να συμμετέχουν; Η ψυχολογία τους μοιάζει με αυτών που έμεναν τελευταίοι όταν μικροί χωρίζαμε ομάδες για να παίξουμε μπάλα. Νιώθουν ότι είναι ανεπιθύμητοι από τους συμμαθητές τους αλλά και από τους εκπαιδευτικούς τους. Ότι από αυτό που διαδραματίζεται στην τάξη δεν υπάρχει μερίδιο και για αυτούς. Αυτοί οι μαθητές χρειάζονται έναν νέο λόγο για να σηκώσουν το κεφάλι. Και αυτόν τον λόγο μπορεί να τους τον δώσει ένας εκπαιδευτικός που βλέπει πίσω από τη σιωπή έναν μαθητή που περιμένει να τον επιλέξουν πρώτο στο παιγνίδι της μάθησης και όχι τελευταίο.
Οι λόγοι που ένας μαθητής είναι αδιάφορος
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη υπεραπλούστευση και εκλογίκευση από το να θεωρήσουμε ότι οι λόγοι που ένας μαθητής είναι αδιάφορος είναι είτε γιατί «δεν μπορεί» (είναι ανίκανος) είτε γιατί «δεν θέλει» (είναι τεμπέλης).
Οι πραγματικοί πιθανοί λόγοι που ένας μαθητής είναι αδιάφορος είναι: α) έχει έντονο μαθησιακό πρόβλημα β) είναι μαθητής που «τον έχει πάρει από κάτω» και είναι πεπεισμένος ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει, δηλαδή έχει χαμηλή αυτοαντίληψη ικανότητας.
Θα σταθούμε ειδικά στη β περίπτωση δηλαδή στους μαθητές αυτούς που έχουν χαμηλή αυτοαντίληψη ικανότητας.
Μαθητές με χαμηλή αυτοαντίληψη ικανότητας
Οι μαθητές αυτοί χαρακτηρίζονται από πολύ μικρή πίστη στις ικανότητές τους. Έχουν παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια γιατί είναι βαθύτατα πεπεισμένοι ότι δεν μπορούν να τα καταφέρουν. Έχουν χαμηλές προσδοκίες από τον εαυτό τους, πράγμα που συνήθως συνδυάζεται και με τις χαμηλές προσδοκίες των γονιών τους αλλά και των εκπαιδευτικών τους από εκείνους. Το πιο σημαντικό όμως στοιχείο που τους χαρακτηρίζει είναι η παντελής έλλειψη κινήτρου για να προσπαθήσουν. Και κακά τα ψέματα τα κίνητρα των παιδιών τα καλλιεργούν οι μεγάλοι. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η λύση του προβλήματος.
Τα χαρακτηριστικά των αδιάφορων μαθητών είναι τα εξής:
α) Έχει εντυπωθεί βαθιά μέσα τους η πεποίθηση ότι «δεν τους κόβει», ότι δεν είναι τόσο έξυπνοι όσο οι «καλοί» μαθητές.
β) Θεωρούν ότι οι δάσκαλοι και οι καθηγητές δεν νοιάζονται για αυτούς και όχι μόνο αυτό: ότι τους είναι κάτι σαν βάρος, σαν εμπόδιο στο μάθημά τους. Δηλαδή ότι οι εκπαιδευτικοί θα προτιμούσαν να μην υπήρχαν αδύναμοι μαθητές μέσα στην τάξη.
γ) Προβάλουν συχνά ως αιτία της μη ενεργούς συμμετοχής τους στο μάθημα την εξής: «δεν συμμετέχουμε στο μάθημα γιατί με αυτά που θα πούμε μπορεί να μας κοροϊδέψουν οι άλλοι μαθητές».
Τα βήματα για να εμπλακεί ο αδιάφορος μαθητής
ΒΗΜΑ 1Ο: ΑΣΦΑΛΕΙΑ
Ο μαθητής με χαμηλή αυτοπεποίθηση είναι σίγουρο ότι φοβάται πάρα πολύ να πάρει το λόγο. Τρέμει το ρίσκο και το λάθος. Ο εκπαιδευτικός λοιπόν πρέπει σε καθημερινή βάση να μιλάει για την αξία του λάθους και του ρίσκου. Να εξηγεί με παραδείγματα ότι ο μόνος πραγματικός δρόμος προς τη γνώση είναι το λάθος. Να τονίζει ότι τα λάθη των μαθητών του κάνει τον ίδιο να νιώθει χρήσιμος.
ΒΗΜΑ 2Ο : Ο ΜΥΘΟΣ ΠΩΣ ΚΑΠΟΙΟΙ ΓΕΝΝΙΟΥΝΤΑΙ ΕΞΥΠΝΟΙ
Είναι σίγουρο ότι οι αδιάφοροι μαθητές είναι πεπεισμένοι πως υπολείπονται σε μυαλό από τους «καλούς» μαθητές της τάξης. Ο εκπαιδευτικός πρέπει να τους κάνει σαφές ότι η διαφορά ενός αδύναμου μαθητή από έναν καλό μαθητή είναι ότι ο δεύτερος το πιστεύει περισσότερο και ότι είναι αποφασισμένος να δουλέψει περισσότερο. Οφείλει να αποδομήσει τον μύθο ότι κάποιοι «γεννιούνται έξυπνοι» και άλλοι όχι. Οι ικανότητες καλλιεργούνται. Όποιος προσπαθεί, βελτιώνεται. Παράδειγμα:
Εκπαιδευτικός: «Γιώργο σε είδα στο διάλλειμα να παίζεις μπάσκετ. Είσαι πολύ καλός και αυτό λέει πολλά. Δείχνει ότι έχεις μυαλό ξυράφι και ότι έχεις πολλές ικανότητες γενικά».
Γιώργος: « Μπα κύριε, μόνο στο μπάσκετ είμαι καλός».
Εκπαιδευτικός (με επιθετικό ύφος): «Αλήθεια ε; Ξέρεις τι ικανότητες χρειάζεται για να είναι κάποιος καλός στο μπάσκετ;»
Γιώργος: «Να είναι γυμνασμένος, προπονημένος τέτοια..».
Εκπαιδευτικός: «Λοιπόν άκου:
1) Χρειάζεται Αντίληψη. Να διαβάζει το παιχνίδι: Πού είναι οι συμπαίκτες; Πού είναι οι αντίπαλοι; Πού υπάρχει ελεύθερος χώρος;
2)Να μπορεί να παίρνει γρήγορες αποφάσεις: Σουτ ή πάσα; Μπαίνεις μέσα ή κρατάς την μπάλα; Ρισκάρεις ή παίζεις με ασφάλεια;
3) Χρειάζεται συγκέντρωση : Να μην αποσπάται από φωνές, πίεση, λάθη και μένει στο παιχνίδι ακόμα κι αν αστοχήσει.
4)Να έχει χωρική αντίληψη: Να καταλαβαίνει τις αποστάσεις, την πορεία που θα πάρει η μπάλα.
5) Να έχει αυτοέλεγχο: να μην εκνευρίζεται εύκολα και να παίζει έξυπνα, όχι παρορμητικά.
«Βλέπεις λοιπόν Γιώργο ότι το μπάσκετ δεν είναι μόνο σώμα αλλά κυρίως μυαλό και από ότι φαίνεται εσύ έχεις μπόλικο. Τι κρίμα να μην στο στρέφεις και προς τα μαθήματα. Δεν θα πίστευες στα μάτια σου αν το έκανες».
ΒΗΜΑ 3Ο : ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ
Πολλοί εκπαιδευτικοί περιμένουν από έναν «αδιάφορο» μαθητή να εμπνευσθεί από το μάθημα και να κινητοποιηθεί από μόνος του. Η αλήθεια είναι ότι αυτό είναι πολύ δύσκολο να συμβεί. Θα χρειαστεί ο εκπαιδευτικός να «παίξει επίθεση», να επιδιώξει κάποιους συγκεκριμένους στόχους και αν χρειαστεί να κάνει κάποιες προσαρμογές στο μάθημα του προκειμένου να ωθήσει τον μαθητή να σπάσει το καβούκι του. Την πρώτη ρωγμή όμως στο καβούκι του μαθητή πρέπει να την καταφέρει ο εκπαιδευτικός. Επιπλέον θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος ότι θα αλλάξουν για κάποιο διάστημα οι ισορροπίες μέσα στην τάξη από την στιγμή που μέχρι τότε το μάθημα περιστρεφόταν γύρω από τους καλούς μαθητές της τάξης. Θα είναι σαν να έχει μερικούς νέους μαθητές στο τμήμα του.
ΒΗΜΑ 4Ο : ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ
Κανείς δεν μαθαίνει από κάποιον που δεν τον νιώθει «δικό του». Ο εκπαιδευτικός πρέπει να αναπτύξει οικειότητα με τον «αδιάφορο» μαθητή εντός και εκτός της τάξης. Η δυαδική αυτή σχέση είναι ένα από τα κλειδιά που θα κάνουν τον μαθητή να ξεφοβηθεί, να πάρει το λόγο και να ρισκάρει. Ένα χαμόγελο, ένα αστείο στο διάλειμμα, ένα «πως είσαι;» μπορεί να χτίσει τη γέφυρα για να περάσει η γνώση.
ΒΗΜΑ 5Ο : ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΝΙΚΗ ΤΗ ΦΟΡΑ
Ο εκπαιδευτικός πρέπει να κάνει κάποιες ερωτήσεις στην τάξη που να είναι πολύ εύκολες και με πολύ προφανείς απαντήσεις. Αν δεν τσιμπήσει ο «αδιάφορος μαθητής» και δεν ζητήσει το λόγο για να απαντήσει, τότε ο εκπαιδευτικός μπορεί να απευθυνθεί ατομικά στον μαθητή αυτό και να του το ζητήσει ευθέως. Πρέπει όμως να είναι προετοιμασμένος ότι ο «αδιάφορος» μαθητής είναι σαν κάποιον που σουτάρει για πρώτη φορά για καλάθι. Στην αρχή είναι πιθανόν να μην μπαίνει κανένα σουτ. Η στάση του εκπαιδευτικού στις πρώτες άστοχες προσπάθειες του μαθητή μπορεί να κρίνουν πολλά. Μην ξεχνάμε ότι εκείνη τη στιγμή ο μαθητής θα έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον πιο μύχιο φόβο του. Αν ο εκπαιδευτικός τον «καθίσει» στον πάγκο και δώσει τη θέση σε άλλο μαθητή για να απαντήσει τότε θα έχουμε πλήρη επιβεβαίωση της πεποίθησης του «αδιάφορου» μαθητή ότι είναι ανίκανος. «Μωρέ καλά κάνω εγώ και δεν μιλάω» θα σκεφτεί και θα κλειστεί πιο ερμητικά στο καβούκι του. Πρέπει λοιπόν ο εκπαιδευτικός να σταθεί στην λανθασμένη απάντηση του μαθητή, να εκθειάσει τον μαθητή για την προσπάθεια και γενικά να το κάνει να φανεί ότι αυτή πήγε το μάθημα ένα βήμα παρακάτω. Μπορεί να ζητήσει από τον μαθητή να «ξανασουτάρει» δίνοντάς του λίγη βοήθεια αυτή τη φορά. Εννοείται φυσικά ότι στο πρώτο σουτ του μαθητή που θα μπει στο καλάθι, ο εκπαιδευτικός πρέπει να πανηγυρίσει όπως όταν πήραμε το 87 το Ευρωμπάσκετ.
Το ύφος του εκπαιδευτικού πρέπει να είναι με την καλή έννοια «επιθετικό», να δηλώνει προσδοκία και πρόκληση και ουσιαστικά να «πετάει το μπαλάκι» στους μαθητές αυτούς. Δεν πρέπει να υποδηλώνει ότι τους λυπάται και ότι τους βλέπει σαν «παιδιά ενός κατώτερου Θεού». Μπορεί να σχολιάσει: «είδατε τι γίνεται όταν κάποιος προσπαθεί; Κάποια στιγμή αρχίζει να αποδίδει». Επίσης μπορεί να πει στο μαθητή: «περιμένω και άλλη βελτίωση από σένα στο μέλλον».
Είναι βέβαιο ότι όταν ο μαθητής θα αρχίσει να συμμετέχει στο μάθημα, αυτό θα γίνεται όλο και περισσότερο, θα νιώθει ότι το μάθημα τον αφορά και θα νιώθει μέλος της ομάδας. Ότι ανήκει.
ΥΓ: Εν είδει αυτοκριτικής θα έλεγα το εξής: Μήπως οι «αδιάφοροι» μαθητές είναι προϊόντα της αδιαφορίας του εκπαιδευτικού μας συστήματος να τους εμπλέξει στην μαθησιακή διαδικασία; Στο φινάλε, πρόκειται απλά για παιδιά υπό δια-μόρφωση. Λες και υπάρχει κανείς σε αυτόν τον κόσμο που μπορεί να καταφέρει το οτιδήποτε χωρίς κανείς να τον πιστεύει, ούτε καν ο εαυτός του.
Δημήτρης Τσιριγώτης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου