Η νέα σχολική στάση: Λιγότερη επίδειξη, περισσότερη αναγνώριση

Πόσο έχουν βελτιωθεί τα σχολεία μας από την απομάκρυνση στάσεων που υπονοούσαν «εγώ ξέρω και εσείς όχι» η που τα λάθη αντιμετωπίζονται ως βήματα στη διαδικασία μάθησης, όχι ως αποτυχίες που στιγματίζουν; Η απομάκρυνση στάσεων μινιμαλιστικής αναγνώρισης μαθητών πιστεύω είναι θέμα που καλεί σε μια αναγκαστική αυτοκριτική.
Στη διαδρομή μου μέσα στην εκπαίδευση, διαπίστωσα κάτι που με τον καιρό έγινε σχεδόν αυτονόητο: το αληθινό κύρος του εκπαιδευτικού δεν κερδίζεται με την επίδειξη γνώσης, αλλά με την ικανότητά του να κάνει τους μαθητές να αισθάνονται ότι μπορούν, ότι αξίζουν και ότι έχουν θέση μέσα στην τάξη. Η εποχή μας μετρά συχνά την εκπαίδευση με δείκτες, βαθμούς και επιδόσεις, όμως στην καθημερινή σχολική πράξη γίνεται ολοένα και πιο φανερό ότι αυτά δεν αρκούν για να χτιστεί εμπιστοσύνη. Εκείνο που μένει τελικά είναι ο τρόπος με τον οποίο ο εκπαιδευτικός στέκεται απέναντι στο παιδί: με καθαρότητα, με μέτρο και με σεβασμό.
Έχω δει πολλές φορές ότι η προκλητική αυθεντία δεν γεννά τον σεβασμό που νομίζει πως εξασφαλίζει. Αντίθετα, συχνά παράγει άμυνα, αποστασιοποίηση ή μια ψυχρή συμμόρφωση που δεν έχει εσωτερικό βάθος. Ο μαθητής μπορεί να σωπάσει, να υπακούσει πρόσκαιρα ή να αποφύγει τη σύγκρουση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πείστηκε ή ότι δέχθηκε παιδαγωγικά το μήνυμα. Όταν ο λόγος του εκπαιδευτικού συνοδεύεται από σαφήνεια και αξιοπρέπεια, τότε το κλίμα αλλάζει: ο μαθητής δεν αισθάνεται ότι απλώς ελέγχεται, αλλά ότι αναγνωρίζεται.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η σημασία της αναγνώρισης των μαθητών. Η αναγνώριση δεν σημαίνει χαμηλές απαιτήσεις ούτε υποχώρηση της παιδαγωγικής ευθύνης. Σημαίνει ότι ο μαθητής αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο με ανάγκη για νόημα, προσανατολισμό και ουσιαστική συμμετοχή. Η αναγνώριση είναι η βάση πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί η εμπιστοσύνη. Και χωρίς εμπιστοσύνη, καμία παιδαγωγική σχέση δεν μπορεί να είναι πραγματικά αποτελεσματική
Από τη γνώση ως απόδειξη ανωτερότητας στη γνώση ως μεσο ενδυναμωσης νοητικης και ψυχολογικης αυτεπαρκειας μαθητών
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι ο εκπαιδευτικός πρέπει να γνωρίζει καλά το αντικείμενό του. Ωστόσο, όταν η γνώση χρησιμοποιείται ως μέσο επίδειξης –με πολύπλοκες εξηγήσεις που δεν προσαρμόζονται στο επίπεδο των μαθητών, με σχόλια που υπονοούν ότι «εγώ ξέρω και εσείς όχι», με στάση που αποθαρρύνει την ερώτηση και την προσπάθεια– τότε αντί να χτίζει γέφυρες, χτίζει τείχη. Οι μαθητές δεν εμπνέονται από την αυθεντία που επιδεικνύει, αλλά από εκείνη που τους βοηθά να νιώσουν ότι μπορούν κι εκείνοι να κατανοήσουν, να σκεφτούν, να δημιουργήσουν.
Η σχολική τάξη δεν χρειάζεται τον εκπαιδευτικό ως φορέα προκλητικής αυθεντίας ούτε ως πρόσωπο που επιβάλλεται μέσα από μια «αυτοκρατορική» περσόνα. Αυτό που χρειάζεται είναι παρουσία, σαφήνεια και παιδαγωγική συνέπεια. Όσο περισσότερο ο εκπαιδευτικός επενδύει στην επίδειξη ισχύος, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από τον πραγματικό σκοπό της αγωγής: να βοηθήσει τον μαθητή να κατανοήσει, να συμμετάσχει και να αναπτυχθεί.
Σε πολλά σχολεία της Ελλάδας και της Κύπρου σήμερα, ολο και περισσότεροι συνάδελφοι συνειδητοποιούν ότι η αυθεντία δεν επιβάλλεται, αλλά κερδίζεται. Αυτό βέβαια δεν εξυπακουει ότι τα πράγματα βελτιώθηκαν στον βαθμό που αυτή η συνειδητοποιήση υπονοεί για τις σχέσεις μεταξύ εκπαιδευτικών και μαθητών, αλλά μάλλον έχουμε περιθώρια βελτίωσης, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν στάσεις που αποθαρρύνουν τη συμμετοχή και την ερώτηση, δημιουργώντας αποστάσεις αντί για γέφυρες.
Το αληθινό κύρος δεν λέει «εγώ ξέρω τα πάντα», αλλά «μαζί μπορούμε να μάθουμε». Δεν επιβάλει σιωπή με το βάρος της γνώσης του, αλλά προκαλεί ερωτήσεις, ενθαρρύνει την προσπάθεια και αναγνωρίζει κάθε μικρή πρόοδο.
Η αίσθηση της ασφάλειας ως προϋπόθεση για τη μάθηση
Όταν ένας μαθητής νιώθει ασφαλής στην τάξη –ότι δεν θα γελοιοποιηθεί αν κάνει λάθος, ότι ο εκπαιδευτικός θα τον ακούσει με προσοχή, ότι οι δυσκολίες του θα αντιμετωπιστούν με κατανόηση– τότε απελευθερώνεται η μαθησιακή του διάθεση. Η ασφάλεια δεν σημαίνει χαλάρωση των κανόνων ή έλλειψη απαιτήσεων. Σημαίνει ότι οι κανόνες είναι δίκαιοι, σταθεροί και εφαρμόζονται με σεβασμό, και ότι τα λάθη αντιμετωπίζονται ως βήματα στη διαδικασία μάθησης, όχι ως αποτυχίες που στιγματίζουν.
Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το πιο ουσιαστικό σημείο. Η γνώση είναι αναγκαία, αλλά από μόνη της δεν αρκεί. Το πραγματικό παιδαγωγικό έργο αρχίζει όταν ο εκπαιδευτικός δεν περιορίζεται στο να γνωρίζει το αντικείμενό του, αλλά καταφέρνει να το μεταδίδει με τρόπο που δημιουργεί ασφάλεια, εμπιστοσύνη και διάθεση για μάθηση. Εκεί κρίνεται η εκπαιδευτική παρουσία: όχι στο πόσο επιβάλλεται, αλλά στο πόσο εμπνέει. Δεν χρειάζεται ο δάσκαλος να επιδεικνύει την ισχύ του· χρειάζεται να γίνεται σημείο αναφοράς για τους μαθητές του.
Σήμερα υπάρχει η διάθεση σε όλο και περισσότερους εκπαιδευτικούς να προωθούν συνθήκες ψυχολογικής ασφάλειας, ενώ έχει γίνει πρόοδος στην δημιουργια κλίματος αποδοχής και ενθάρρυνσης. Παράλληλα, έχουμε περιθώρια βελτίωσης σε περιπτώσεις όπου η πίεση για επιδόσεις και η έμφαση στον έλεγχο εξακολουθούν να δημιουργούν άγχος και ανασφάλεια στους μαθητές.
Ο εκπαιδευτικός που χτίζει αληθινό κύρος είναι αυτός που δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου ο μαθητής τολμά να ρωτήσει, να δοκιμάσει, να αποτύχει και να ξαναπροσπαθήσει. Είναι αυτός που, αντί να επισημαίνει μόνο το τι δεν πήγε καλά, δείχνει πώς μπορεί να βελτιωθεί.
Το αίσθημα του «είμαι σημαντικός» ως κινητήρια δύναμη του μαθητή
Ίσως το πιο ισχυρό εργαλείο στα χέρια του εκπαιδευτικού είναι η ικανότητα να κάνει κάθε μαθητή να νιώθει σημαντικός. Αυτό δεν γίνεται με γενικόλογους επαίνους, αλλά με συγκεκριμένες, ειλικρινείς αναγνωρίσεις: «Πρόσεξα ότι προσπάθησες πολύ σε αυτή την άσκηση», «Η ερώτηση που έκανες μας βοήθησε να σκεφτούμε διαφορετικά», «Η ιδέα σου είναι πολύ ενδιαφέρουσα, ας την αναπτύξουμε».
Το αν βελτιώθηκαν πολύ οι πρακτικές αναγνώρισης της προσπάθειας και της συμμετοχής των μαθητών, με εκπαιδευτικούς που αφιερώνουν χρόνο για να ακούσουν και να επιβραβεύσουν την πρόοδο, είναι ζήτημα που απαιτεί εκπαιδευτική έρευνα και δυστυχώς δεν υπάρχουν διαθέσιμες. Σίγουρα, έχουμε περιθώρια βελτίωσης σε περιπτώσεις όπου η αναγνώριση περιορίζεται μόνο στις υψηλές επιδόσεις, αφήνοντας στην άκρη μαθητές που προσπαθούν αλλά δεν έχουν ακόμη τα ίδια αποτελέσματα.
Όταν ο μαθητής νιώθει ότι η παρουσία του, η σκέψη του και η προσπάθειά του έχουν αξία, τότε εμπλέκεται ενεργά στη μαθησιακή διαδικασία. Το αίσθημα του «είμαι σημαντικός» μετατρέπεται σε εσωτερικό κίνητρο, πολύ πιο ισχυρό από οποιονδήποτε εξωτερικό έπαινο ή βαθμό.
Από τους κανόνες στην προσδοκία
Γι’ αυτό και η μετάβαση από τους κανόνες στις προσδοκίες έχει τόσο μεγάλη σημασία. Οι κανόνες, όταν μένουν μόνοι τους, λειτουργούν ως όρια. Οι προσδοκίες, όμως, λειτουργούν ως προσανατολισμός. Δεν λένε απλώς τι δεν πρέπει να γίνει, αλλά δείχνουν τι αξίζει να επιδιωχθεί. Σε ένα σχολείο όπου οι προσδοκίες είναι σαφείς, οι μαθητές ξέρουν πού βαδίζουν. Δεν αισθάνονται ότι κινούνται μέσα σε ένα αόριστο πεδίο απαγορεύσεων, αλλά μέσα σε ένα πλαίσιο που τους καλεί να ανταποκριθούν, να προσπαθήσουν και να εξελιχθούν.
Αυτό έχει και βαθύ παιδαγωγικό όφελος. Όταν η αυθεντία δεν παρουσιάζεται ως επίδειξη ισχύος αλλά ως σταθερότητα, δικαιοσύνη και φροντίδα, το σχολείο κερδίζει σε ποιότητα. Οι μαθητές αισθάνονται ασφαλέστεροι, οι σχέσεις γίνονται πιο λειτουργικές και η μάθηση αποκτά σοβαρότητα. Η πραγματική πειθαρχία δεν γεννιέται από τον φόβο, αλλά αλλά από το αίσθημα ότι κάποιος γνωρίζει πού οδηγεί και γιατί αξίζει να ακολουθήσει κανείς αυτή την πορεία.
Επίλογος - Η τάξη δεν είναι χώρος θεάτρου εξουσίας
Η σύγχρονη εκπαίδευση χρειάζεται λιγότερη επίδειξη και περισσότερη ουσία. Λιγότερη «αυτοκρατορική» περσόνα και περισσότερη παιδαγωγική παρουσία. Λιγότερη ανάγκη για επιβεβαίωση κύρους και περισσότερη ικανότητα για αναγνώριση του άλλου. Εκεί ακριβώς βρίσκεται ο εκπαιδευτικός που εμπνέει: όχι στο να δεσπόζει πάνω από την τάξη, αλλά στο να τη συγκροτεί με ήθος, σαφήνεια και σοβαρότητα.
Η τάξη δεν είναι χώρος θεάτρου εξουσίας. Είναι χώρος σχέσης. Και η σχέση αυτή δεν οικοδομείται όταν ο εκπαιδευτικός απαιτεί διαρκώς αναγνώριση του κύρους του, αλλά όταν ο ίδιος αναγνωρίζει ουσιαστικά τον μαθητή ως πρόσωπο, ως συνομιλητή και ως υποκείμενο μάθησης. Η μετατόπιση από την αυθεντία της επίδειξης στην αυθεντία της παιδαγωγικής ευθύνης αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ποιοτικές αλλαγές που μπορεί να γνωρίσει η σχολική ζωή.
Το αληθινό κύρος στην εκπαίδευση δεν επιβάλλεται· κερδίζεται. Κερδίζεται με συνέπεια, με ειλικρίνεια, με σεβασμό προς τον μαθητή ως πρόσωπο. Κερδίζεται όταν ο εκπαιδευτικός δείχνει ότι νοιάζεται όχι μόνο για τις επιδόσεις, αλλά και για την ανάπτυξη, την ευημερία και την αυτοπεποίθηση των παιδιών που έχει απέναντί του.
Σε τελευταία ανάλυση, η εκπαίδευση δεν είναι μετάδοση γνώσης από τον «ειδήμονα» στον «αδαή». Είναι μια σχέση εμπιστοσύνης, όπου ο εκπαιδευτικός βοηθά τον μαθητή να ανακαλύψει τις δικές του δυνάμεις, να νιώσει ικανός, ασφαλής και σημαντικός. Και αυτό είναι το πιο βαθύ, το πιο διαρκές, το πιο αληθινό κύρος που μπορεί να χτίσει ένας εκπαιδευτικός. alfavita

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου