PISA: Οι χαμηλές επιδόσεις δεν γεννιούνται μόνο μέσα στην τάξη – Τι δείχνουν πραγματικά οι αριθμοί

Κάθε φορά που δημοσιοποιούνται τα αποτελέσματα της PISA, η συζήτηση στην Ελλάδα επιστρέφει σχεδόν μηχανικά στο ίδιο ερώτημα: γιατί οι μαθητές δεν αποδίδουν καλύτερα και πόση ευθύνη γι’ αυτό έχει το ίδιο το σχολείο και οι εκπαιδευτικοί του. Μόνο που οι αριθμοί μιας διεθνούς εξέτασης δεν γεννιούνται μέσα σε κοινωνικό, οικονομικό και εκπαιδευτικό κενό και, κυρίως, δεν μπορούν από μόνοι τους να αποδώσουν την πολυπλοκότητα ενός ολόκληρου εκπαιδευτικού συστήματος.
Τα αποτελέσματα της PISA 2025 επιβεβαιώνουν ότι το πρόβλημα είναι υπαρκτό. Στην Ελλάδα, το 40,9% των 15χρονων στις Φυσικές Επιστήμες, το 43,8% στην Κατανόηση Κειμένου και το 49,5% στα Μαθηματικά δεν έφτασε στο βασικό επίπεδο λειτουργικού εγγραμματισμού που ορίζει η έρευνα. Την ίδια στιγμή, όμως, η πτώση των επιδόσεων δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο: σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε το ίδιο το υπουργείο Παιδείας, οι διεθνείς επιδόσεις στις βασικές περιοχές αξιολόγησης ήταν οι χαμηλότερες από την έναρξη της PISA, με σημαντικές απώλειες ακόμη και σε εκπαιδευτικά συστήματα που παραδοσιακά βρίσκονται ψηλά στις διεθνείς κατατάξεις.
Αυτό δεν ακυρώνει το ελληνικό πρόβλημα. Ακυρώνει όμως τις εύκολες εξηγήσεις.
Η PISA μετρά πολλά – όχι ολόκληρο το σχολείο
Η PISA αξιολογεί συγκεκριμένες γνώσεις και δεξιότητες 15χρονων μαθητών στα Μαθηματικά, στην Κατανόηση Κειμένου, στις Φυσικές Επιστήμες και πλέον και σε νέα πεδία, όπως η επίλυση προβλημάτων σε ψηφιακά περιβάλλοντα. Δεν αποτελεί συνολική μέτρηση της μορφωτικής, κοινωνικής και παιδαγωγικής αποστολής ενός σχολείου.
Ακόμη και η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη έχει αναγνωρίσει δημόσια ότι τα αποτελέσματα της PISA πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη, αλλά δεν μπορούν να αποτελούν το μοναδικό κριτήριο αποτίμησης ενός εκπαιδευτικού συστήματος.
Άλλωστε, τα ίδια τα δεδομένα της έρευνας δείχνουν ότι η επίδοση συνδέεται με το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο των μαθητών. Ήδη στην PISA 2022 οι πιο ευνοημένοι κοινωνικά μαθητές στην Ελλάδα υπερείχαν των πιο μειονεκτούντων κατά 76 μονάδες στα Μαθηματικά, ενώ η κοινωνικοοικονομική θέση εξηγούσε σημαντικό μέρος των διαφορών στις επιδόσεις.
Στην PISA 2025 οι διαφοροποιήσεις παραμένουν εμφανείς: ευνοϊκότερες στάσεις απέναντι στη μάθηση καταγράφονται σε μαθητές κοινωνικοπολιτισμικά προνομιούχων σχολείων, ενώ οι εκπαιδευτικές προσδοκίες διαφοροποιούνται έντονα ανάλογα με το κοινωνικό υπόβαθρο, τη μεταναστευτική προέλευση και το αν το σχολείο είναι δημόσιο ή ιδιωτικό.
Τα ίδια τα στοιχεία δείχνουν ελλείψεις προσωπικού
Υπάρχει και μια άλλη πλευρά των αποτελεσμάτων που δύσκολα χωρά στη συζήτηση περί ατομικής ευθύνης του εκπαιδευτικού.
Οι διευθυντές των ελληνικών σχολείων που συμμετείχαν στην PISA 2025 αναφέρουν εντονότερες ελλείψεις προσωπικού από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ιδιαίτερα σε κοινωνικά ευάλωτες περιοχές και σχολεία της περιφέρειας. Το ίδιο το υπουργείο εκτιμά ότι το ζήτημα συνδέεται κυρίως με την κατανομή και τη διαχείριση του προσωπικού, καθώς η συνολική αναλογία μαθητών ανά εκπαιδευτικό στην Ελλάδα είναι χαμηλότερη από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Με άλλα λόγια, ένας εθνικός μέσος όρος μπορεί να φαίνεται ικανοποιητικός, ενώ την ίδια στιγμή ένα συγκεκριμένο σχολείο μπορεί να ξεκινά τον Σεπτέμβριο με κενά, να περιμένει αναπληρωτές ή να αντιμετωπίζει διαρκείς μεταβολές στο προσωπικό του.
Και η σταθερότητα του σχολείου δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια. Είναι βασική προϋπόθεση της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να δαπανά λιγότερα για την Παιδεία
Αντίστοιχα, η χρηματοδότηση δεν μπορεί να απουσιάζει από τη συζήτηση.
Σύμφωνα με το ίδιο το Στρατηγικό Σχέδιο του υπουργείου Παιδείας 2025–2029, οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση στην Ελλάδα ανήλθαν το 2023 στο 4% του ΑΕΠ, έναντι 4,7% κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η χώρα συγκαταλέγεται στις τέσσερις χώρες της ΕΕ με τις χαμηλότερες εκπαιδευτικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Η πραγματικότητα αυτή έχει σημασία όταν συζητούνται οι υποδομές, η ειδική αγωγή, η ενισχυτική διδασκαλία, η επιμόρφωση, η στελέχωση αλλά και οι δυνατότητες που έχει ένα σχολείο να στηρίξει μαθητές οι οποίοι ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες.
Το ερώτημα δεν είναι «ποιος φταίει»
Η PISA μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο, ακριβώς επειδή φωτίζει κάποιες αδυναμίες που δεν πρέπει να αγνοούνται. Η χρησιμότητά της, όμως, μειώνεται όταν μετατρέπεται σε έναν απλό πίνακα κατάταξης ή σε μηχανισμό αναζήτησης ενόχων.
Το πραγματικό ερώτημα είναι τι συμβαίνει πίσω από τον αριθμό.
Πόσο σταθερό είναι το εκπαιδευτικό προσωπικό ενός σχολείου; Πόσο γρήγορα καλύπτονται τα κενά; Τι υποστήριξη έχει ένα παιδί που μένει πίσω; Πόσο επηρεάζει το αποτέλεσμα η κοινωνική αφετηρία της οικογένειάς του; Πόσο χώρο έχει ο εκπαιδευτικός για ουσιαστική διδασκαλία όταν η καθημερινότητά του γεμίζει παράλληλα με διοικητικές διαδικασίες, πλατφόρμες και αξιολογικές υποχρεώσεις;
Οι επιδόσεις της Ελλάδας στην PISA χρειάζονται σοβαρή αντιμετώπιση. Το ίδιο σοβαρή, όμως, χρειάζεται να είναι και η ερμηνεία τους.
Γιατί ένα καλύτερο δημόσιο σχολείο δεν χτίζεται μόνο με περισσότερη μέτρηση. Χτίζεται με σταθερό προσωπικό, στοχευμένη υποστήριξη των μαθητών που τη χρειάζονται περισσότερο, επαρκείς υποδομές, ουσιαστική επιμόρφωση και μια εκπαιδευτική πολιτική που δεν αντιμετωπίζει κάθε αριθμό ως απόδειξη ατομικής αποτυχίας, αλλά ως αφετηρία για να αναζητήσει τι πρέπει να αλλάξει μέσα στο ίδιο το σύστημα. alfavita

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου