Η αρχή για την ίδρυσή τους έγινε με ψήφιση Νόμου το 1990. Παρά τις αλλεπάλληλες Υπουργικές Αποφάσεις, Νόμους και Εγκυκλίους από το 1993 μέχρι το 1999, μόλις το 2000 αρχίζει σταδιακά η λειτουργία 15 Σ.Σ.Ν. και μέχρι το σχολικό έτος 2010-2011 λειτούργησαν 59 (ένας σε κάθε Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και ένας στη Σιβιτανίδειο Σχολή).
Το Υπουργείο Παιδείας και οι εκάστοτε ηγεσία του, διαχρονικά, υπήρξαν φειδωλοί στην υποστήριξη και αναβάθμιση αυτής της σημαντικής δομής. Η στελέχωσή τους δεν ήταν ποτέ επαρκής ούτε ο αριθμός τους ικανοποιητικός σε σχέση με τις ανάγκες των σχολικών μονάδων. Ενώ από το νόμο του 1993 προβλεπόταν για τη λειτουργία τους στελέχωση με μόνιμο προσωπικό έξι ατόμων (από έναν εκπαιδευτικό, έναν ψυχίατρο ή παιδοψυχίατρο, δύο ψυχολόγους και δύο κοινωνικούς λειτουργούς), δεν λειτούργησαν ποτέ με αυτή τη δομή. Κάποιοι στελεχώνονταν από ένα μόνο εκπαιδευτικό και άλλοι με περισσότερα άτομα (τον «υπεύθυνο εκπαιδευτικό» και «τα στελέχη» - εκπαιδευτικούς με αυξημένα προσόντα – σπουδές σε ψυχοπαιδαγωγικά θέματα, εξειδίκευση στη ψυχολογία ή τη συμβουλευτική, ειδικότητα ψυχολόγου, ειδικότητα κοινωνικού λειτουργού, παιδοψυχίατρου ή ψυχιάτρου), οι οποίοι ήταν με απόσπαση και η θητεία τους ανανεωνόταν κάθε χρόνο.
Παρά την ολιγωρία και την αδιαφορία, ουσιαστικά, της πολιτείας, οι Σ.Σ.Ν. όλα αυτά τα χρόνια προσέφεραν σημαντικό έργο και αυτό οφείλεται κυρίως στις φιλότιμες προσπάθειες και το μεράκι των εκπαιδευτικών που υπηρέτησαν σε αυτούς.
Πρόσφεραν ατομική ψυχοκοινωνική στήριξη και συμβουλευτική σε μαθητές/μαθήτριες, οικογενειακή συμβουλευτική, ομαδική συμβουλευτική, συμβουλευτική στήριξη και εκπαίδευση εκπαιδευτικών. Σχεδίασαν και υλοποίησαν εκπαιδευτικά προγράμματα και προγράμματα προσωπικής ανάπτυξης σε γονείς και εκπαιδευτικούς, καθώς και προγράμματα πρόληψης και παρέμβασης για το σχολικό εκφοβισμό, τη βίαιη και παραβατική συμπεριφορά, τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, τη σχολική διαρροή κ.ά.
Οργάνωσαν εκδηλώσεις, σεμινάρια και ημερίδες για θέματα παιδαγωγικά, ψυχικής υγείας και άλλα, που αφορούσαν τις αρμοδιότητες και τα ενδιαφέροντα των Σ.Σ.Ν. Επίσης, ομάδες γονέων και ομάδες εκπαιδευτικών συνεργάστηκαν με άλλες υπηρεσίες και φορείς, όπως ΚΕΣΥΠ, ΓΡΑΣΕΠ, ΚΕΔΔΥ, Υπευθύνους Αγωγής Υγείας, Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, Πολιτιστικών Δραστηριοτήτων, Ιατροπαιδαγωγικά Κέντρα, Κέντρα Ψυχικής Υγείας, Κέντρα Πρόληψης των Δήμων, Πανεπιστήμια, ΤΕΙ κ.λπ.
Τα τελευταία χρόνια η ελληνική κοινωνία έχει έρθει αντιμέτωπη με σοβαρά περιστατικά που αφορούν παιδιά και εφήβους. Τραγικά γεγονότα που έγιναν τηλεοπτικό θέαμα, πολιτεία και πολιτικοί έχυσαν κροκοδείλια δάκρυα, μίλησαν για την ανάγκη στήριξης των σχολικών μονάδων, τόσο, όσο να σβήσουν τα φώτα της δημοσιότητας και τα γεγονότα να ξεχαστούν. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση της κ. Διαμαντοπούλου, υπεύθυνης παιδείας του ΠΑΣΟΚ όταν ήταν ακόμα στην αντιπολίτευση, για το πρωτοφανές περιστατικό για τα ελληνικά δεδομένα στη σχολή του ΟΑΕΔ πριν δύο περίπου χρόνια: «Το σημερινό γεγονός είναι για όλους μας μια γροθιά στο στομάχι. Έγκαιρα είχαμε διαβλέψει τον κίνδυνο από τη βία στα σχολεία και στα Πανεπιστήμια και για αυτό έχουμε προτείνει εκτός από την διαμόρφωση ασφαλούς περιβάλλοντος στα σχολεία και τα Πανεπιστήμια, την οργανωμένη ψυχολογική υποστήριξη των μαθητών και των οικογενειών τους αλλά και την επιστημονική συνδρομή και στήριξη στους Καθηγητές και Δασκάλους. Οι συνθήκες αλλάζουν, τα προβλήματα διογκώνονται, νέες και σύγχρονες λύσεις απαιτούνται».
Στην εποχή της μνημονιακής Ελλάδας οι κοινωνικές ανισότητες, η φτώχια, η ανεργία, ο κοινωνικός αποκλεισμός και η περιθωριοποίηση όλο και μεγαλύτερων κοινωνικών ομάδων συνεχώς αυξάνονται και διευρύνονται, η απογοήτευση και τα αδιέξοδα των νέων ανθρώπων γίνονται καθημερινά πιο ορατά, επιδρώντας και έχοντας άμεσες επιπτώσεις στη σχολική πραγματικότητα.
Επιπλέον, οι εκπαιδευτικοί αντιμετωπίζουν στο παιδαγωγικό τους έργο ποικιλία προβλημάτων: παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, υπερκινητικότητα, περιπτώσεις σχολικής φοβίας, σχολική αδιαφορία, την κρίση της εφηβείας, εξαρτήσεις από ουσίες, ενδοοικογενειακή και ενδοσχολική βία, προβλήματα διαφυλικών σχέσεων και σεξουαλικής συμπεριφοράς, αλλά και έλλειψη πειθαρχίας και ορίων.
Σήμερα η αναγκαιότητα της πρόληψης, της ψυχολογικής στήριξης, της ενδυνάμωσης των μαθητών/μαθητριών και της επιστημονικής στήριξης των εκπαιδευτικών μέσα από οργανωμένες δομές στο χώρο του σχολείου προβάλλει περισσότερο επίκαιρη από ποτέ, σε αντίθεση με τη λογική των αριθμών και της λογιστικής πρακτικής «εξοικονόμησης ανθρώπινων πόρων».
η αυγη