Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

 


Η τεκμηρίωση χωρίς δέσμευση αύξησης της δημόσιας χρηματοδότησης μπορεί να γίνει εργαλείο κατηγοριοποίησης σχολείων, νομιμοποίησης περικοπών και μεταφοράς ευθυνών από το κράτος στις σχολικές μονάδες.

Το νέο μοντέλο υπολογισμού κόστους ανά σχολική μονάδα παρουσιάζεται από την υπουργό ως εργαλείο εξορθολογισμού. Στην πραγματικότητα, όμως, ανοίγει μια πολύ βαθύτερη συζήτηση: θα συνεχίσει το δημόσιο σχολείο να λειτουργεί ως κοινωνικό δικαίωμα ή μετατρέπεται σταδιακά σε μονάδα που οφείλει να αποδίδει με όρους κόστους και αποτελέσματος;

Σύμφωνα με σχετικό δημοσίευμα του Alfavita για το νέο μοντέλο υπολογισμού κόστους των σχολείων με την καθοδήγηση του ΟΟΣΑ ( Ζαχαράκη: Νέο μοντέλο υπολογισμού κόστους των σχολείων με την καθοδήγηση του ΟΟΣΑ | Alfavita ) το υπό ανάπτυξη μοντέλο δεν θα περιορίζεται στην αποτύπωση του κόστους, αλλά θα λειτουργεί ως εργαλείο διοικητικών και πολιτικών αποφάσεων, με στόχους την οικονομική αποδοτικότητα, τη λογοδοσία, την ενδυνάμωση της σχολικής αυτονομίας και τη σύνδεση χρηματοδότησης, αξιολόγησης και σχολικού προγραμματισμού. Όμως πίσω από την τεχνική γλώσσα, βρίσκεται η πραγματική πολιτική επιλογή.

Η πολιτική αυτή δεν επιχειρείται σε ουδέτερο έδαφος, αλλά σε ένα ήδη πολύ πιεσμένο χρηματοδοτικά εκπαιδευτικό σύστημα, όπου τα σχολεία καλούνται να καλύψουν τις βασικές ανάγκες τους με ίδιους πόρους ή με τη συμβολή των γονέων. Σε ένα ήδη τραγικά υποχρηματοδοτημένο σχολείο, η συζήτηση για αποδοτικότητα ανοίγει τον δρόμο ώστε η μόρφωση να αντιμετωπίζεται με όρους κόστους και αποτελέσματος.

Όμως η εκπαιδευτική κοινότητα δεν έχει κανέναν λόγο να φοβάται την καταγραφή των πραγματικών αναγκών της δημόσιας εκπαίδευσης. Αντίθετα, τη χρειάζεται. Χωρίς αξιόπιστη αποτύπωση των κενών, των κοινωνικών ανισοτήτων, των υποδομών και των μορφωτικών αναγκών των μαθητών, η δημόσια εκπαίδευση παραμένει όμηρος της αυθαιρεσίας, της υποχρηματοδότησης και της άνισης μεταχείρισης. Άλλο, όμως, η τεκμηριωμένη χρηματοδότηση με βάση τις ανάγκες και άλλο η μετατροπή του σχολείου σε μονάδα κόστους, απόδοσης και λογοδοσίας.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι το κόστος λειτουργίας ενός σχολείου, αλλά αν η παιδαγωγική αξία του θα μετριέται πλέον με οικονομικούς δείκτες.

Η διεθνής εμπειρία, ακόμη και στα ίδια τα κείμενα του ΟΟΣΑ (τον οποίο επικαλείται κατά το δοκούν η κυβέρνηση), δεν δικαιώνει μια απλοϊκή πίστη στην ΄΄αυτονομία της σχολικής μονάδας ΄΄. Αναμφισβήτητα ο ΟΟΣΑ ιστορικά έχει στηρίξει τις πολιτικές αξιολόγησης, αποκέντρωσης και ενίσχυσης των μηχανισμών ανταγωνισμού στην εκπαίδευση, που σε πολλές χώρες οδήγησαν σε κατηγοριοποίηση σχολείων και διεύρυνση ανισοτήτων. Ακόμη όμως και στα δικά του κείμενα, αναγνωρίζεται ότι η αυτονομία χωρίς επαρκή δημόσια χρηματοδότηση και ισχυρές κοινωνικές δικλείδες μπορεί να επιδεινώσει — και όχι να μειώσει — τις εκπαιδευτικές ανισότητες. Ο ΟΟΣΑ σημειώνει ότι η αυτονομία από μόνη της δεν αρκεί, αλλά χρειάζεται στήριξη, επάρκεια πόρων, ισχυρή παιδαγωγική ηγεσία και μηχανισμοί που δεν θα επιτείνουν τις ανισότητες. Προειδοποιεί μάλιστα ότι, αν οι σχολικές μονάδες δεν διαθέτουν τεχνογνωσία, πόρους και στήριξη, η μεταφορά αρμοδιοτήτων μπορεί να βλάψει αντί να βελτιώσει τα μαθησιακά αποτελέσματα. (OECD)

Άρα, το ζήτημα δεν είναι η λέξη αυτονομία, αλλά το πολιτικό περιεχόμενο που επιχειρούν να της αποδώσουν. Σε ένα επαρκώς χρηματοδοτημένο δημόσιο σύστημα, η σχολική αυτονομία θα μπορούσε να σημαίνει παιδαγωγική ελευθερία, συλλογικό σχεδιασμό, προσαρμογή στις ανάγκες των μαθητών, ενίσχυση της δημοκρατικής λειτουργίας του σχολείου. Σε ένα τραγικά υποχρηματοδοτημένο σύστημα, όπως της χώρας μας, η αυτονομία σημαίνει κάτι πολύ διαφορετικό: ο διευθυντής του σχολείου να γίνεται διαχειριστής ελλείψεων, ο σύλλογος διδασκόντων να καλείται να «καινοτομήσει» χωρίς προσωπικό και μέσα, οι γονείς να συμπληρώνουν τα κενά και οι χορηγοί να εμφανίζονται ως λύση εκεί όπου απουσιάζει το κράτος.

Και αυτό δεν είναι θεωρητικός φόβος. Η έρευνα της ΔΟΕ για τη χρηματοδότηση των σχολικών μονάδων το 2026 δείχνει μια πραγματικότητα ασφυξίας: μόνο το 3,3% θεωρεί ότι η χρηματοδότηση επαρκεί απολύτως, ενώ το 76,35% καταφεύγει σε γονείς και δωρεές. (Διδασκαλική Ομοσπονδία Ελλάδας) Αυτά τα στοιχεία δεν περιγράφουν σχολεία έτοιμα για οικονομική αυτονομία. Περιγράφουν σχολεία που ήδη λειτουργούν με κοινωνική μετακύλιση του κόστους.

Αν, λοιπόν, το νέο μοντέλο της υπουργού έρθει να καταγράψει τις ανάγκες ώστε να αυξηθεί η κρατική χρηματοδότηση (!), να ενισχυθούν τα σχολεία των φτωχότερων περιοχών, να υπάρξουν μόνιμοι μηχανισμοί στήριξης, να λυθούν ζητήματα κτιρίων, υλικοτεχνικής υποδομής, ειδικής αγωγής, μεταφορών, καθαριότητας, θέρμανσης, ψηφιακών μέσων και οι αναγκαίες προσλήψεις μόνιμου προσωπικού, τότε η συζήτηση είναι διαφορετική. Αν όμως έρθει να συνδέσει το κόστος με την αξιολόγηση και την αποδοτικότητα, τότε δεν μιλάμε για ενίσχυση του δημόσιου σχολείου. Μιλάμε για διοικητική αναδιάρθρωση της λιτότητας.

Η ίδια η διεθνής βιβλιογραφία για τη χρηματοδότηση των σχολείων δείχνει ότι τα δίκαια εκπαιδευτικά μοντέλα δεν περιορίζονται σε ένα βασικό ποσό ανά μαθητή. Χρειάζονται συντελεστές κοινωνικής ανισότητας, ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών, γεωγραφικής θέσης, μεγέθους σχολείου και πραγματικών τοπικών αναγκών. Ο ΟΟΣΑ, τον οποίο όλες οι πλευρές της δημόσιας αντιπαράθεσης ας τον διαβάζουν συνολικά και όχι επιλεκτικά για να έχουμε πλήρη εικόνα του, αναφέρει ότι μια δίκαιη φόρμουλα χρηματοδότησης πρέπει να περιλαμβάνει βασική κατανομή, ειδική εκπαιδευτική πρόβλεψη, πρόσθετη στήριξη για μαθητές με συμπληρωματικές ανάγκες και πρόβλεψη για ανάγκες που σχετίζονται με την τοποθεσία του σχολείου. (OECD)

Αυτό είναι το παιδαγωγικό κριτήριο: όχι ίση χρηματοδότηση με λογιστικούς όρους, αλλά δίκαιη χρηματοδότηση με κοινωνικούς όρους. Το σχολείο σε μια εργατική γειτονιά, σε μια απομακρυσμένη περιοχή, σε ένα νησί, σε μια περιοχή με υψηλή φτώχεια, με προσφυγικό ή μεταναστευτικό πληθυσμό, με αυξημένες ανάγκες ειδικής αγωγής, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλή αριθμητική μονάδα. Χρειάζεται περισσότερους πόρους, όχι επειδή κοστίζει περισσότερο, αλλά επειδή η δημοκρατική πολιτεία οφείλει να αντισταθμίζει τις κοινωνικές ανισότητες.

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε μια παιδαγωγική πολιτική και σε μια νεοφιλελεύθερη τεχνοκρατική πολιτική διαχείρισης. Η πρώτη ξεκινά από το ερώτημα: «τι χρειάζεται κάθε παιδί για να μορφωθεί;». Η δεύτερη διολισθαίνει στο ερώτημα: «πόσο αποδοτικά χρησιμοποιεί κάθε μονάδα τους διαθέσιμους πόρους;». Το πρώτο ερώτημα ανοίγει δρόμο ισότητας. Το δεύτερο ανοίγει δρόμο κατηγοριοποίησης και αύξησης των μορφωτικών ανισοτήτων.

Η κυβέρνηση επιστρατεύει διαρκώς μια τεχνοκρατική γλώσσα για να εμφανίσει ως ουδέτερες επιλογές που είναι βαθιά πολιτικές: data-driven αποφάσεις (έτσι λέει τις πολιτικές αποφάσεις που βασίζονται κυρίως σε μετρήσιμους δείκτες απόδοσης), αποδοτική κατανομή, οικονομική αυτονομία, λογοδοσία. Όταν όμως η «λογοδοσία» δεν συνοδεύεται από λογοδοσία του κράτους για το χαμηλότερο ύψος της χρηματοδότησης προς την παιδεία μεταξύ των χωρών της Ε.Ε., μετατρέπεται σε αφόρητη πίεση προς το σχολείο. Όταν η «αποδοτικότητα» δεν ορίζεται με παιδαγωγικά και κοινωνικά κριτήρια, μετατρέπεται σε απρόσωπο οικονομικό δείκτη. Χωρίς καλή δημόσια χρηματοδότηση, η «αυτονομία» γίνεται εγκατάλειψη.

Τα στοιχεία των κρατικών προϋπολογισμών δείχνουν μια σταθερή υποχώρηση της Παιδείας ως πολιτικής προτεραιότητας. Όπως έχω αναδείξει και σε αναλυτικά άρθρα μου ( Προϋπολογισμός 2026: Ανάπτυξη βιτρίνας, σχολεία σε εγκατάλειψη | Alfavita ), οι δαπάνες του υπουργείου Παιδείας ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώνονται από 2,8% το 2023 σε 2,6% το 2026, ενώ και το ποσοστό της Παιδείας επί των συνολικών κρατικών δαπανών υποχωρεί από 8,5% σε 7,8% την ίδια περίοδο.

Με αυτά τα δεδομένα, η προτεραιότητα δεν μπορεί να είναι να μάθουμε να μοιράζουμε καλύτερα την ανεπάρκεια. Η προτεραιότητα πρέπει να είναι να αυξηθεί η δημόσια χρηματοδότηση /επένδυση.

Αυτό είναι το σημείο που πρέπει να ειπωθεί καθαρά: η τεκμηρίωση χωρίς δέσμευση αύξησης πόρων θα γίνει άλλοθι νέων περικοπών. Ένα κράτος μπορεί να χρησιμοποιήσει τα δεδομένα για να ενισχύσει τα σχολεία που έχουν ανάγκη. Μπορεί όμως να τα χρησιμοποιήσει και για να ταξινομήσει, να συγκρίνει, να πιέσει, να συγχωνεύσει, να μεταφέρει ευθύνες, να πει ότι «οι πόροι υπάρχουν αλλά δεν αξιοποιούνται σωστά».

Γι’ αυτό η απάντηση στους σχεδιασμούς Ζαχαράκη δεν μπορεί να είναι γενικά «όχι στα δεδομένα». Πρέπει να είναι πολύ αυστηρή και συγκεκριμένη: ναι στην πλήρη αποτύπωση των πραγματικών αναγκών κάθε σχολικής μονάδας, όχι στη σύνδεση της χρηματοδότησης με τιμωρητικούς δείκτες αξιολόγησης. Ναι σε διαφανή, δημόσια, κοινωνικά δίκαιη χρηματοδότηση, όχι στη λογική του σχολείου-μάνατζερ. Ναι στη στήριξη των διευθυντών και των συλλόγων διδασκόντων, όχι στη μετατροπή τους σε λογιστές της κρατικής ανεπάρκειας.

Ένα πραγματικά προοδευτικό μοντέλο εκπαιδευτικής πολιτικής θα ξεκινούσε από αντίστροφη αφετηρία. Θα όριζε πρώτα το ελάχιστο παιδαγωγικά αναγκαίο επίπεδο λειτουργίας κάθε σχολείου: ασφαλές κτίριο, επαρκής θέρμανση και ψύξη, σύγχρονα εποπτικά μέσα, βιβλιοθήκη, εργαστήρια, πρόσβαση σε ψηφιακά εργαλεία, μόνιμο προσωπικό καθαριότητας, διοικητική υποστήριξη, σχολικούς ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς, παράλληλη στήριξη όπου απαιτείται, τμήματα ένταξης, ενισχυτική διδασκαλία, μικρότερα τμήματα εκεί όπου υπάρχουν σύνθετες κοινωνικές και μαθησιακές ανάγκες. Μετά θα υπολόγιζε το κόστος. Όχι ανάποδα.

Αυτό είναι το κρίσιμο: στο δημόσιο σχολείο το παιδαγωγικό σχέδιο πρέπει να προηγείται του λογιστικού υπολογισμού. Δεν αποφασίζουμε πρώτα πόσο «αντέχει» να κοστίσει το σχολείο και μετά προσαρμόζουμε τη μόρφωση των παιδιών. Αποφασίζουμε τι σημαίνει αξιοπρεπές, ισότιμο, δημοκρατικό σχολείο και μετά δεσμεύουμε τους αναγκαίους πόρους.

Η υπουργός, στην παρέμβασή της στην Υπουργική Σύνοδο του ΟΟΣΑ για τις Δεξιότητες (OECD Skills Summit 2026), που πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 27–28 Απριλίου 2026, μίλησε για βασικές δεξιότητες, κριτική σκέψη, τεχνητή νοημοσύνη, ενεργό πολιτειότητα και ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών.

Όλα αυτά, όμως, δεν γίνονται με λογιστικά εργαλεία. Γίνονται με εκπαιδευτικούς που έχουν χρόνο, στήριξη και αξιοπρεπείς όρους εργασίας. Γίνονται με σχολεία που δεν ψάχνουν φωτοτυπικό χαρτί από τους γονείς. Γίνονται με αναλυτικά προγράμματα που δεν μετατρέπουν τη γνώση σε κατάλογο δεξιοτήτων. Γίνονται με δημόσια πολιτική που αντιμετωπίζει τη μόρφωση ως κοινωνικό δικαίωμα και όχι ως πεδίο μέτρησης αποδόσεων.

Η παιδαγωγική κριτική, η εκπαιδευτική  κοινότητα, δεν πρέπει να χαρίσουμε στην κυβέρνηση τη λέξη «τεκμηρίωση». Αντίθετα, πρέπει να τη διεκδικήσουμε. Να απαιτήσουμε πλήρη δημοσιοποίηση του ΄΄μοντέλου΄΄ της υπουργού. Να απαιτήσουμε  ποιοι δείκτες θα χρησιμοποιούνται. Να απαιτήσουμε να αποκλειστεί ρητά κάθε τιμωρητική σύνδεση χρηματοδότησης και αξιολόγησης. Να απαιτήσουμε  κοινωνικούς συντελεστές ενίσχυσης. Να απαιτήσουμε συμμετοχή των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών, των δήμων, των συλλόγων γονέων και της επιστημονικής κοινότητας. Να απαιτήσουμε ότι κανένα σχολείο δεν θα χάσει πόρους επειδή βρίσκεται σε δύσκολη κοινωνική θέση ή επειδή τα μαθησιακά αποτελέσματα αντανακλούν κοινωνικές ανισότητες.

Γιατί το σχολείο δεν παράγει αποτελέσματα σε κοινωνικό κενό. Ένα παιδί δεν φτάνει στην τάξη ως «μονάδα μέτρησης». Φτάνει με την οικογενειακή του ιστορία, τη γλώσσα του, την οικονομική κατάσταση του σπιτιού του, την πρόσβαση ή μη σε βιβλία, ησυχία, υποστήριξη, υγεία, πολιτισμό. Αν το κράτος μετρά μόνο την απόδοση του σχολείου και όχι τις κοινωνικές ανισότητες που περνούν την πόρτα της τάξης, τότε δεν κάνει τεκμηριωμένη πολιτική. Κάνει τεχνοκρατική συγκάλυψη.

Η πραγματική λογοδοσία πρέπει να ξεκινήσει από πάνω. Να λογοδοτήσει το κράτος για το γιατί τα σχολεία εξαρτώνται από γονείς και δωρεές. Να λογοδοτήσουν οι κυβερνήσεις για τις κτιριακές ελλείψεις. Να λογοδοτήσει η πολιτεία για τα κενά σε εκπαιδευτικούς και υποστηρικτικές δομές. Να λογοδοτήσει το υπουργείο για το αν η χρηματοδότηση επαρκεί πραγματικά για τη λειτουργία ενός σύγχρονου σχολείου.

Μόνο τότε έχει νόημα να μιλάμε για λογοδοσία της σχολικής μονάδας. Αλλιώς, ζητάμε από το σχολείο να απολογηθεί για προβλήματα που δεν δημιούργησε.

Το δημόσιο σχολείο χρειάζεται σχέδιο, δεδομένα, διαφάνεια και αξιολόγηση των εκπαιδευτικών πολιτικών. Αλλά πάνω απ’ όλα χρειάζεται πολιτική δέσμευση ότι κανένα παιδί δεν θα μορφώνεται λιγότερο επειδή το σχολείο του κοστίζει περισσότερο ή εμφανίζεται να αποδίδει λιγότερο. Η μόρφωση δεν είναι επιχειρησιακός δείκτης. Είναι δικαίωμα.

Το δημόσιο σχολείο δεν χρειάζεται καλύτερη διαχείριση της ανεπάρκειας. Χρειάζεται επαρκή χρηματοδότηση, παιδαγωγική εμπιστοσύνη και πολιτική βούληση.
Γιατί όταν η μόρφωση αρχίζει να μετριέται με όρους κόστους, το ερώτημα δεν είναι πόσο αποδοτικό είναι το σχολείο, αλλά πόσο πιο άνισο γίνεται.alfavita

Δεν υπάρχουν σχόλια: