Όταν το σχολείο έσωζε παιδιά από την πείνα

Ευαγγελία Κανταρτζή
Διευθύντρια Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης
Ένα τσίγκινο κύπελλο, ένα βαθύ πιάτο, μια κουτάλα και ένα μεγάλο καζάνι. Αντικείμενα απλά, που για πολλές γενιές μαθητών συνδέθηκαν με την προσμονή του φαγητού στο σχολείο.
Όταν σκεφτόμαστε το παλιό σχολείο, συνήθως θυμόμαστε τα ξύλινα θρανία, τους μαυροπίνακες, τις ποδιές και τα αναγνωστικά. Ωστόσο, η ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης περιλαμβάνει και περιόδους κατά τις οποίες το σημαντικότερο για πολλά παιδιά δεν ήταν να μάθουν γράμματα, αλλά να εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαγητό.
Τα μαθητικά συσσίτια αποτέλεσαν μια σημαντική μορφή κοινωνικής φροντίδας. Ιδιαίτερα σε περιόδους φτώχειας, πολέμου και επισιτιστικών κρίσεων, το σχολείο μπορούσε να προσφέρει στα παιδιά κάτι περισσότερο από εκπαίδευση: μια δυνατότητα να αντιμετωπίσουν την πείνα.
Στο Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης, τα αντικείμενα των συσσιτίων μάς βοηθούν να προσεγγίσουμε αυτή την πλευρά της παιδικής καθημερινότητας.
Σήμερα, ένα τσίγκινο κύπελλο βρίσκεται πίσω από μια προθήκη. Κάποτε, όμως, το κρατούσε ένα παιδί που περίμενε να γεμίσει. Αυτή την ανθρώπινη ιστορία προσπαθούμε να αναδείξουμε μέσα από τα αντικείμενα και τις μαρτυρίες που διασώζουμε.
Το 1930 οι μαθητές μούσκευαν το ψωμί τους στη βρύση για να μπορέσουν να το φάνε
Μια συγκλονιστική επιστολή δασκάλου αποκαλύπτει τη φτώχεια των μαθητών του Μεσοπολέμου.

Ευαγγελία Κανταρτζή
Διευθύντρια Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης
Ευαγγελία Κανταρτζή Διευθύντρια Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης
Στις 20 Μαρτίου 1930, ένας δάσκαλος από την Πελοπόννησο έστειλε επιστολή στον Εμμανουήλ Λαμπαδάριο, διευθυντή της Υπηρεσίας Σχολικής Υγιεινής, περιγράφοντας τις συνθήκες διατροφής των μαθητών του.
Το σχολείο βρισκόταν ανάμεσα σε δύο χωριά και τα παιδιά παρέμεναν εκεί το μεσημέρι. Ο δάσκαλος παρατηρούσε ότι, λίγο πριν από το φαγητό, σχεδόν όλοι ζητούσαν άδεια να βγουν από την τάξη.
Αναζητώντας την εξήγηση, ανακάλυψε ότι πήγαιναν στη βρύση για να μουσκέψουν το σκληρό ψωμί τους, ώστε να μπορέσουν να το φάνε. Το λιγοστό τους γεύμα περιλάμβανε μαύρο ψωμί, λίγη ρέγγα ή λίγο τυρί.
Ο εκπαιδευτικός έστειλε μαζί με την επιστολή και ένα κομμάτι ψωμί, για να αποδείξει ότι δεν υπερέβαλλε.
Το περιστατικό, που καταγράφεται στη μελέτη των Χαράλαμπου Λεβεντάκη και Βασιλικής Γκαρίλα, αποκαλύπτει τις συνθήκες μέσα στις οποίες επιχειρήθηκε η ανάπτυξη των μαθητικών συσσιτίων.
Η επιστολή έχει και μια δεύτερη σημασία. Μας θυμίζει τον εκπαιδευτικό που δεν περιορίζεται στη διδασκαλία, αλλά παρατηρεί τις ανάγκες των μαθητών του και προσπαθεί να κινητοποιήσει τις αρμόδιες υπηρεσίες.
Μερικές φορές, η φροντίδα αρχίζει από μια απλή παρατήρηση: γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να φάει το ψωμί του;
Μαθητικά συσσίτια: Από 525 παιδιά σε σχεδόν 100.000 πριν από τον πόλεμο
Πώς οργανώθηκε η σχολική σίτιση στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου.

Ευαγγελία Κανταρτζή
Διευθύντρια Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης
Τα μαθητικά συσσίτια στην Ελλάδα δεν εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στην Κατοχή. Οι οργανωμένες προσπάθειες σχολικής σίτισης είχαν αρχίσει ήδη από τη δεκαετία του 1920.
Το σχολικό έτος 1927–1928 καταγράφεται συμμετοχή 525 μαθητών. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, επί υπουργίας Γεωργίου Παπανδρέου, η κρατική υποστήριξη ενισχύθηκε και η σίτιση επεκτάθηκε σε δεκάδες χιλιάδες παιδιά.
Η προσπάθεια στηριζόταν σε κρατικούς πόρους, τοπικές συνεισφορές, εράνους και δωρεές. Σχολικές εφορείες, εκπαιδευτικοί και οργανώσεις συμμετείχαν στην εξασφάλιση και διανομή των τροφίμων.
Από τον Σεπτέμβριο του 1931 καταγράφεται και η διανομή σταφιδόψωμου στα σχολεία.
Η εγκύκλιος της 1ης Σεπτεμβρίου 1934 έδινε προτεραιότητα στους ασθενικούς και υποσιτισμένους μαθητές που αντιμετώπιζαν οικονομικές ή οικογενειακές δυσκολίες.
Το 1939, με τον Αναγκαστικό Νόμο 1787, συγκροτήθηκε η Κεντρική Επιτροπή Μαθητικών Συσσιτίων, υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας.
Το σχολικό έτος 1939–1940 τα συσσίτια λειτουργούσαν σε 2.484 δημοτικά σχολεία και εξυπηρετούσαν 97.134 μαθητές.
Η ανάπτυξή τους αποτυπώνει μια σημαντική μεταβολή: η διατροφή των παιδιών άρχισε να αντιμετωπίζεται ως μέρος της ευθύνης της οργανωμένης σχολικής εκπαίδευσης και ως προϋπόθεση για την υγεία και τη μάθηση.
Κατοχή: Όταν τα παιδιά περίμεναν μια κουτάλα σούπα
Η Άλκη Ζέη και η ιστορία των μαθητικών συσσιτίων στα χρόνια της πείνας.

Ευαγγελία Κανταρτζή Διευθύντρια Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης
Στον Μεγάλο περίπατο του Πέτρου, η Άλκη Ζέη περιγράφει μια χαρακτηριστική σκηνή της Κατοχής. Τα καζάνια φτάνουν στο σχολείο και ο δάσκαλος καλεί τα παιδιά να πάρουν τα δοχεία τους και να μπουν στη σειρά.
Ο Πέτρος και ο Σωτήρης παρακολουθούν τις μεγάλες κουτάλες να βυθίζονται στα καζάνια και να γεμίζουν τα τενεκεδάκια με σούπα.
Η σκηνή αποτυπώνει μια πραγματικότητα που σημάδεψε την παιδική ηλικία στα χρόνια της Κατοχής. Ιδιαίτερα τον χειμώνα του 1941–1942, η πείνα και ο υποσιτισμός έπληξαν σκληρά τον πληθυσμό.
Για πολλά παιδιά, η αναζήτηση τροφής καθόριζε ολόκληρη την καθημερινότητά τους.
Με το ξέσπασμα του πολέμου, το προπολεμικό σύστημα μαθητικών συσσιτίων έπαψε να λειτουργεί με την προηγούμενη μορφή του. Στις έκτακτες συνθήκες της Κατοχής αναπτύχθηκαν διαφορετικές προσπάθειες επισιτιστικής βοήθειας.
Το σχολείο μπορούσε να λειτουργεί ως χώρος διανομής αυτής της βοήθειας, όπως παρουσιάζεται και στο μυθιστόρημα της Άλκης Ζέη.
Η λογοτεχνία μάς επιτρέπει να κατανοήσουμε την ανθρώπινη διάσταση της ιστορίας. Πίσω από τις στατιστικές της πείνας βρίσκονται παιδιά που περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους για μια κουτάλα σούπα.
Η δασκάλα που έγλειψε τη γλυκόζη από το χερούλι της πόρτας
Μια λογοτεχνική σκηνή αποκαλύπτει ότι στα χρόνια της Κατοχής πεινούσαν και οι εκπαιδευτικοί.

Ευαγγελία Κανταρτζή Διευθύντρια Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης
Στο βιβλίο Ο καιρός της σοκολάτας της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου περιγράφεται μια συγκλονιστική σκηνή από τα χρόνια της πείνας.
Μερικά παιδιά αποφασίζουν να κάνουν μια φάρσα στη δασκάλα τους. Αλείφουν με γλυκόζη το χερούλι της πόρτας, περιμένοντας να γελάσουν όταν εκείνη το αγγίξει.
Η αντίδρασή της, όμως, τα αφήνει άφωνα.
Η δασκάλα, εξαντλημένη από την πείνα, αρχίζει να γλείφει τη γλυκόζη από το χερούλι και από την παλάμη της. Εξηγεί στα παιδιά ότι οι εκπαιδευτικοί είχαν στερηθεί τη δική τους ποσότητα, ώστε να δοθεί περισσότερη στους μαθητές.
Τα παιδιά, συγκλονισμένα, προσπαθούν να της προσφέρουν λίγο από το δικό τους συσσίτιο. Εκείνη δεν δέχεται και ξεσπά σε κλάματα.
Η σκηνή φωτίζει μια πλευρά της Κατοχής που συχνά παραμένει στη σκιά: η πείνα δεν έπληττε μόνο τους μαθητές, αλλά και τους δασκάλους τους.
Παράλληλα, αναδεικνύει τις σχέσεις αλληλεγγύης που μπορούσαν να αναπτυχθούν μέσα στο σχολείο.
Η λογοτεχνική αφήγηση μάς βοηθά να προσεγγίσουμε όχι μόνο τη στέρηση, αλλά και τις ανθρώπινες αντιδράσεις απέναντί της: την ντροπή, τη συγκίνηση, τη φροντίδα και την επιθυμία να μοιραστεί κανείς το λιγοστό φαγητό του.
Το 1945 παιδιά εξακολουθούσαν να πεθαίνουν από την πείνα
Ένα τεκμήριο του Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης θυμίζει ότι η Απελευθέρωση δεν έφερε αμέσως το τέλος της επισιτιστικής κρίσης.

Ευαγγελία Κανταρτζή Διευθύντρια Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης
Η Απελευθέρωση της Ελλάδας τον Οκτώβριο του 1944 δεν σήμανε και το άμεσο τέλος της πείνας.
Οι ελλείψεις τροφίμων, η φτώχεια και οι συνέπειες του πολέμου εξακολούθησαν να επηρεάζουν την καθημερινότητα πολλών οικογενειών.
Στις συλλογές του Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης διασώζονται βεβαιώσεις θανάτων από ασιτία. Ανάμεσά τους περιλαμβάνεται βεβαίωση του γιατρού Μπούκη για τον θάνατο ενός βρέφους το 1945.
Η χρονολογία έχει ιδιαίτερη σημασία. Αποκαλύπτει ότι, ακόμη και μετά το τέλος της γερμανικής κατοχής, οι συνέπειες της επισιτιστικής κρίσης παρέμεναν οδυνηρές.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η επαναλειτουργία των μαθητικών συσσιτίων αποτελούσε σημαντική κοινωνική ανάγκη.
Το 1946 εκδόθηκαν ρυθμίσεις για την οργάνωση και τη λειτουργία τους, ενώ σημαντικό ρόλο στην επισιτιστική ανακούφιση είχε και η διεθνής βοήθεια.
Το φωτογραφικό αρχείο της UNRRA, της Διοίκησης Αρωγής και Αποκατάστασης των Ηνωμένων Εθνών, διασώζει εικόνες από τη σχολική σίτιση και τα κεντρικά μαγειρεία στην Ελλάδα.
Τα έγγραφα, οι φωτογραφίες και τα αντικείμενα εκείνης της περιόδου μάς θυμίζουν ότι η μεταπολεμική ανασυγκρότηση δεν αφορούσε μόνο κτίρια και υποδομές. Αφορούσε πρωτίστως ανθρώπους που προσπαθούσαν να επιβιώσουν.
«Η κυρία Πάτρα μάς γέμιζε την κούπα»: Αναμνήσεις από το σχολικό γάλα
Μια προφορική μαρτυρία ζωντανεύει την καθημερινότητα των μεταπολεμικών μαθητικών συσσιτίων.

Ευαγγελία Κανταρτζή Διευθύντρια Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης
«Κάθε πρωί στο υπόγειο του σχολείου η κυρία Πάτρα η μαγείρισσα ετοίμαζε συσσίτιο. Αυτό ήταν γάλα σε σκόνη και το έβραζε με νερό κι εμείς μπαίναμε στη σειρά πριν ξεκινήσει το μάθημα και μας γέμιζε την κούπα μας.»
Η μαρτυρία περιλαμβάνεται σε συμμετοχή του μαθητή Ιωάννη Μανιάτη, από το 1ο Δημοτικό Σχολείο Νέας Μηχανιώνας, στον 1ο Μαθητικό Διαγωνισμό «Αναμνήσεις από τα παλιά σχολικά χρόνια» του Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης.
Η εικόνα είναι απλή: ένα υπόγειο σχολείου, μια μαγείρισσα, παιδιά που περιμένουν στη σειρά και μια κούπα ζεστό γάλα.
Στα μεταπολεμικά χρόνια, το γάλα σε σκόνη αποτέλεσε χαρακτηριστικό στοιχείο της σχολικής σίτισης. Μπορούσε να παρασκευαστεί σε μεγάλες ποσότητες και να διανεμηθεί σχετικά εύκολα στους μαθητές.
Μια άλλη μαρτυρία, του Καρυοφύλλη Νταγιούκλα, περιγράφει ότι τα παιδιά έπαιρναν γάλα το πρωί στο σχολείο και έτρωγαν το μεσημέρι σε ίδρυμα, επειδή οι οικογένειές τους δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν αρκετό φαγητό.
Οι αφηγήσεις αυτές έχουν ιδιαίτερη αξία για την ιστορία της εκπαίδευσης. Οι επίσημες καταγραφές μάς πληροφορούν για ποσότητες τροφίμων και αριθμούς μαθητών. Οι άνθρωποι, όμως, θυμούνται πρόσωπα.
Η κυρία Πάτρα, που ετοίμαζε το γάλα, έμεινε στη μνήμη των παιδιών πολλά χρόνια μετά. Μαζί της διατηρήθηκε και η ανάμνηση μιας καθημερινής πράξης φροντίδας.
Γάλα, σταφιδόψωμο, τυρί και φυστικοβούτυρο: Τι έτρωγαν οι μαθητές μετά τον πόλεμο;
Τα μεταπολεμικά μαθητικά συσσίτια μέσα από τις επίσημες κατανομές τροφίμων.

Ευαγγελία Κανταρτζή Διευθύντρια Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης
Τι περιλάμβανε το σχολικό συσσίτιο στην Ελλάδα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο;
Η απάντηση δεν είναι ίδια για όλες τις περιοχές και όλες τις χρονιές. Οι διαθέσιμες προμήθειες, οι υποδομές των σχολείων και η διεθνής επισιτιστική βοήθεια επηρέαζαν το φαγητό που έφτανε στους μαθητές.
Σύμφωνα με τη μελέτη των Χαράλαμπου Λεβεντάκη και Βασιλικής Γκαρίλα, για το σχολικό έτος 1946–1947 προβλεπόταν πρόγραμμα 26 συσσιτίων τον μήνα.
Η κατανομή περιλάμβανε:
- Καθημερινό κύπελλο γάλακτος, εβαπορέ ή σε σκόνη, με ζάχαρη, γλυκόζη και κακάο.
- Δέκα γεύματα τον μήνα με κρέας ή αντίστοιχα διαθέσιμα τρόφιμα.
- Δέκα γεύματα με όσπρια.
- Έξι διανομές τυριού.
- Μαρμελάδα ή πουρέ μήλου για έντεκα ημέρες.
- Φυστικοβούτυρο για δέκα ημέρες, μαζί με τη μαρμελάδα.
Οι κατανομές αυτές αποτελούσαν επίσημες προβλέψεις και δεν σημαίνουν ότι εφαρμόζονταν με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα σχολεία.
Κατά το σχολικό έτος 1947–1948 αναφέρεται η προσθήκη τυριού στο πρωινό, ενώ την περίοδο 1949–1952 καταγράφεται ο εμπλουτισμός του με σταφιδόψωμο.
Η σχολική σίτιση απαιτούσε σημαντική οργάνωση: προμήθεια τροφίμων, αποθήκευση, μεταφορά, μαγείρεμα και διανομή. Σε ορισμένα σχολεία το φαγητό παρασκευαζόταν επιτόπου, ενώ αλλού προερχόταν από κεντρικά μαγειρεία ή ιδρύματα.
Η ιστορία των μαθητικών συσσιτίων δείχνει πόσο στενά συνδέονται η εκπαίδευση και οι συνθήκες ζωής των παιδιών.
Σήμερα, που συζητούμε ξανά για τη σχολική διατροφή, την ποιότητα των γευμάτων και την ισότιμη πρόσβαση, η ιστορική εμπειρία θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: πόσο ίσες μπορούν να είναι οι εκπαιδευτικές ευκαιρίες όταν οι μαθητές φτάνουν στο σχολείο έχοντας τόσο διαφορετικές δυνατότητες να καλύψουν ακόμη και τις βασικές τους ανάγκες; alfavita

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου