Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

 


Ξεκίνησε χθες, Τρίτη, στη Διαρκή Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, ο Εθνικός Διάλογος για το Εθνικό Απολυτήριο και τη νέα αρχιτεκτονική του Λυκείου.

Υπάρχουν μεταρρυθμίσεις που ανακοινώνονται με λέξεις βαριές: εθνικό, αναβάθμιση, αξιοπιστία αλλά αν τις κοιτάξεις λίγο πιο προσεκτικά, αποκαλύπτουν ότι το βάρος δεν πέφτει στις λέξεις αλλά στους ανθρώπους που καλούνται να τις ζήσουν. Το Εθνικό Απολυτήριο, έτσι όπως εξαγγέλθηκε και προδιαγράφεται, ανήκει επικίνδυνα στη δεύτερη κατηγορία.

Η κυβέρνηση μιλά για διάλογο. Και τυπικά, δεν έχει άδικο. Επιτροπές στη Βουλή, παράλληλος διάλογος με τη Σύνοδο των Πρυτάνεων, εννιά μήνες συζητήσεων, ακόμη και ηλεκτρονική πλατφόρμα για να πουν την γνώμη τους οι πολίτες. Όλα δείχνουν μια διαδικασία ανοιχτή, μεθοδική, σχεδόν καθησυχαστική. Όμως η πολιτική εμπειρία μάς έχει μάθει ότι άλλο ο διάλογος ως διαδικασία και άλλο ο διάλογος ως πραγματική δυνατότητα αλλαγής πορείας.

Στο χαρτί, όλα μοιάζουν ανοιχτά, συμμετοχικά, σχεδόν θεραπευτικά. Κι όμως, πίσω από το χρονοδιάγραμμα που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε νομοθέτημα το φθινόπωρο του 2026, αιωρείται ένα εύλογο ερώτημα: πρόκειται για ουσιαστικό διάλογο ή για μια μακρά προθέρμανση κοινωνικής συναίνεσης σε μια ήδη ειλημμένη απόφαση;

Ένα απολυτήριο «εθνικό» – αλλά με ποια έννοια;

Ο όρος εθνικό ακούγεται βαρύς και ελκυστικός. Υπονοεί κοινά κριτήρια, ισοτιμία, αξιοπιστία. Στην πράξη, όμως, το εθνικό απολυτήριο που εξαγγέλθηκε μοιάζει περισσότερο με έναν σύνθετο μηχανισμό εξετάσεων, παρά με ένα συνεκτικό παιδαγωγικό σχέδιο.

Η σύνδεση του απολυτηρίου με πανελλαδικού τύπου δοκιμασίες, η αυξημένη βαρύτητα των βαθμών και η διαρκής απειλή της «αντικειμενικότητας μέσω εξετάσεων» δημιουργούν ένα γνώριμο περιβάλλον: περισσότερο άγχος, περισσότερη ύλη, περισσότερη εξωσχολική προετοιμασία. Δηλαδή, ακριβώς ό,τι υποτίθεται ότι θέλουμε να αφήσουμε πίσω.

Γιατί αν κάποιος ανιχνεύσει προσεκτικά το «σώμα» του νέου Λυκείου, όπως αυτό προδιαγράφεται μέσα από εξαγγελίες, προγράμματα και νομοθετικά ίχνη, θα διαπιστώσει κάτι ανησυχητικά γνώριμο: το παιδαγωγικό «ευαγγέλιο» του Υπουργείο Παιδείας είναι δομημένο έτσι ώστε να πριμοδοτεί, χωρίς να το ομολογεί, την παλινόρθωση μιας καθαρά εξεταστικοκεντρικής οργάνωσης του Λυκείου. Οι εξετάσεις δεν είναι πια το τέλος της διαδρομής· γίνονται ο ορίζοντας κάθε σχολικής ημέρας.

Ένα Λύκειο ως προθάλαμος αποκλεισμών

Η κεντρική γραμμή πλεύσης είναι σαφής. Περισσότερες εξεταστικές δοκιμασίες, από νωρίτερα, σε περισσότερα μαθήματα. Ένα σύστημα που αφενός οδηγεί σε ένα σιωπηλό «ξεκαθάρισμα» του μαθητικού πληθυσμού και αφετέρου απλώνει τη σκιά του σε ολόκληρη την ημερήσια διάταξη της σχολικής ζωής.

Δεν χρειάζεται κανείς να καταναλώσει πολλή… στατιστική για να το δει. Τα τελευταία χρόνια, με βασικό εργαλείο την Τράπεζα Θεμάτων, το υπουργείο επιχειρεί μεθοδικά να «μοντάρει», να «μαντάρει» και να εξωραΐσει έναν μηχανισμό που έχει ξεκάθαρο στόχο: τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου και θωρακισμένου συστήματος αναχαίτισης. Πρώτα όσων πλησιάζουν τις πόρτες του Λυκείου. Ύστερα όσων θα επιχειρήσουν να χτυπήσουν τις πόρτες των Πανεπιστημίων.

Η κρίσιμη καμπή έρχεται τη στιγμή που η πρόσβαση στην Ανώτατη Εκπαίδευση συνδέεται ρητά με τις «διαβαθμισμένες, αυξανόμενης βαρύτητας επιδόσεις» και στις τρεις τάξεις του Λυκείου, υπό τον μανδύα της «αντικειμενικής βαθμολόγησης». Εκεί, η Τράπεζα Θεμάτων παύει να είναι τεχνικό εργαλείο και αποκαλύπτεται ως κεντρικός ρυθμιστής του σχολικού αποκλεισμού.

Γιατί η έμφαση στις εξετάσεις δεν είναι ουδέτερη. Την ίδια στιγμή που «ξεσκαρτάρει», δημιουργεί το πιο πρόσφορο έδαφος για να βαθύνουν οι ρίζες της ακριβοπληρωμένης αμάθειας. Τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα δεν είναι παρενέργεια του συστήματος· είναι η φυσική του προέκταση. Είναι η λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας των «εργολάβων των εξετάσεων».

Αν ξύσει κανείς τα προσεγμένα σοβατίσματα της ρητορικής περί αναβάθμισης, θα δει τη μονοκαλλιέργεια: σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του Λυκείου, οι μαθητές καλούνται να επιβιώσουν σε εξετάσεις τύπου πανελλαδικών. Και όποιος αντέξει, στο τέλος της διαδρομής, δίνει –ξανά– πανελλαδικού χαρακτήρα εξετάσεις για την είσοδό του στο Πανεπιστήμιο.

Από τον μαθητή στον εκπαιδευτικό: η μετατόπιση της ευθύνης

Σε αυτό το τοπίο, η Τράπεζα Θεμάτων αποκτά και έναν δεύτερο, πιο σιωπηλό ρόλο: γίνεται εργαλείο αξιολόγησης των εκπαιδευτικών και των σχολικών μονάδων μέσω των επιδόσεων των μαθητών. Η πολιτική ηγεσία γνωρίζει πολύ καλά ότι η σχολική επίδοση είναι βαθιά κοινωνικά προσδιορισμένη. Κι όμως, η στόχευση «φωτογραφίζει» τον εκπαιδευτικό.

Καλλιεργείται συστηματικά η αντίληψη ότι για κάθε «καλό» ή «κακό» στο σχολείο υπεύθυνος είναι ο δάσκαλος. Έτσι, όταν εμφανιστεί η σχολική αποτυχία, ο εκπαιδευτικός μετατρέπεται εύκολα σε αποδιοπομπαίο τράγο. Και τότε ανοίγει διάπλατα ο δρόμος για αυταρχικά σχήματα αξιολόγησης, εντατικοποίησης και διοικητικού ελέγχου.

Ένα Λύκειο σαν τους ιστούς της αράχνης: Συγκρατούν τους κοινωνικά αδύνατους και αφήνουν τους δυνατούς να περνούν

Η πλήρης ενεργοποίηση αυτού της Τράπεζας θεμάτων απειλεί να εκτοξεύσει αυτό που οι εκπαιδευτικοί γνωρίζουν καλά ως «σχολική θνησιμότητα»: απόρριψη, φόβος, εγκατάλειψη, ψαλίδισμα προσδοκιών. Το νέο Λύκειο δεν υπόσχεται ένταξη. Υπόσχεται επιλογή.

Η «νέα γραμμή» μοιάζει να θέλει να «ελαφρύνει» το Λύκειο – όπως μια επιχείρηση που απαλλάσσεται από προσωπικό. Λιγότεροι μαθητές, πιο πειθαρχημένοι δείκτες, πιο ελεγχόμενες ροές προς την Ανώτατη Εκπαίδευση.

Ένα déjà vu εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων

Στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων, το ερώτημα πλανάται αναπόφευκτα: καινούργιο ξεκίνημα ή επανάληψη ενός παλιού έργου;

Το Εθνικό Απολυτήριο κουβαλά μνήμη. Από τις εξαγγελίες της δεκαετίας του ’90, το σύστημα Αρσένη, τις ιδέες της δεκαετίας του 2010, μέχρι την προγραμματική ατζέντα της ΝΔ το 2019. Κάθε φορά, ο στόχος ίδιος: ένα Λύκειο «αυτόνομο και αξιόπιστο». Και κάθε φορά, το αποτέλεσμα: περισσότερη εξετασιοκεντρικότητα, λιγότερος παιδαγωγικός χρόνος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: