Γράφει η Κατερίνα Τατσοπούλου


Το νέο πρόγραμμα σπουδών δημοσιεύτηκε το 2023, καθιστώντας το άμεσα εφαρμόσιμο. Έκτοτε η αξιολόγηση των Εκπαιδευτικών Φυσικής Αγωγής γίνεται με βάση το νέο αυτό πρόγραμμα. Διαβάζοντας κανείς το νέο πρόγραμμα διαπιστώνει ότι οι στόχοι άλλαξαν.


Έτσι το νέο πρόγραμμα σπουδών του δημοτικού επικεντρώνεται στο μαθησιακό αποτέλεσμα, δηλ. σε «...όλα όσα χρειάζεται να γνωρίζει ο/η μαθητής/τρια, να κατανοεί και να μπορεί να εφαρμόσει...».

 Σε άλλο σημείο δε αναφέρει «Τα παιδιά εκπαιδεύονται και ενθαρρύνονται ώστε να σχεδιάζουν, να στοχεύουν και εντέλει να επιτυγχάνουν την προσωπική τους ανάπτυξη και βελτίωση στη ΦΑ και στο σχολικό περιβάλλον.». 

Υποθέτει δηλ. ότι η μάθηση του αντικειμένου της φυσικής αγωγής, αποτελεί για τα παιδιά δημοτικού επαρκές κίνητρο ώστε να παραμείνουν κινητικά ενεργά διαβίου, η δε επιστημονική ομάδα που συνέταξε το συγκεκριμένο πρόγραμμα έχει την πεποίθηση ότι ένα παιδάκι Α τάξης του δημοτικού μπορεί να εκπαιδευτεί ώστε να γίνει ο γυμναστής του εαυτού του!

Με ποια αναπτυξιακά και παιδαγωγικά δεδομένα τεκμηριώνεται η προσδοκία ότι μαθητές/τριες του δημοτικού μπορούν να αυτορρυθμίζουν, να σχεδιάζουν και να αξιολογούν συστηματικά την κινητική τους δραστηριότητα;


Συνεχίζοντας, στη σκοποθεσία του αναλυτικού προγράμματος αναφέρεται ο ορισμός του κινητικά εγγράμματου ανθρώπου. 

Η έννοια του κινητικού εγγραμματισμού είναι μια ιδέα σχετικά πρόσφατη που ακόμη σαν έννοια διερευνάται και υπάρχει ενεργή η ανταλλαγή απόψεων. 

Όμως η όλη ιδέα ξεκίνησε από το εμβληματικό άρθρο της Margaret Whitehead, The Concept of Physical Literacy όπου αναλύθηκε η φιλοσοφική βάση του κινητικού εγγραμματισμού. Η Whitehead αναφέρει ότι οι διαστάσεις του κινητικού εγγραμματισμού είναι:

1. Η Φυσική Διάσταση (Physical Domain)

Αφορά την ικανότητα του ατόμου να κινείται με επάρκεια και αποτελεσματικότητα. Ανάπτυξη ενός ευρέος ρεπερτορίου κινητικών δεξιοτήτων.

Ικανότητα ανταπόκρισης στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος (π.χ. ισορροπία σε ανώμαλο έδαφος, συντονισμός). Σωματική κατάσταση (δύναμη, αντοχή, ευλυγισία) ανάλογα με τις δυνατότητες του ατόμου.

2. Η Συναισθηματική/Ψυχολογική Διάσταση (Affective Domain)

Θεωρείται ίσως η πιο κρίσιμη διάσταση για τη Whitehead, καθώς καθορίζει τη στάση του ατόμου προς την κίνηση. Αυτοπεποίθηση (Confidence): Η πίστη του ατόμου ότι "μπορεί" να τα καταφέρει σε μια κινητική πρόκληση. Κίνητρο (Motivation): Η εσωτερική επιθυμία για συμμετοχή σε σωματικές δραστηριότητες. Αυτοεκτίμηση: Το πώς νιώθει το άτομο για το σώμα του και τις ικανότητές του.

3. Η Γνωστική Διάσταση (Cognitive Domain)

Περιλαμβάνει την κατανόηση και τη γνώση γύρω από την κίνηση. Κατανόηση των ποιοτήτων της κίνησης (χώρος, χρόνος, ροή). Γνώση των κανόνων και των τακτικών στα παιχνίδια. Επίγνωση της αξίας της άσκησης για την υγεία και την ευεξία.

4. Η Διάσταση της Συμπεριφοράς (Behavioral Domain)

Αφορά στην έμπρακτη δέσμευση του ατόμου σε έναν δραστήριο τρόπο ζωής. Η επιλογή του ατόμου να είναι δραστήριο στην καθημερινότητά του. Η δια βίου συμμετοχή σε αθλητικές ή κινητικές δραστηριότητες.

Η Whitehead στο βιβλίο της Physical literacy across the world ξεκαθαρίζει ότι ο κινητικός εγγραμματισμός ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ούτε σκοπός, ούτε διεργασία, ούτε παιδαγωγικό μοντέλο. ΕΙΝΑΙ πρώτα και κύρια προσωπική διάθεση (personal disposition), στάση (attitude) που έχει ανάγκη καλλιέργειας (σημ. τ. συγγραφ. και όχι εκπαίδευσης). 

Ο κινητικός εγγραμματισμός είναι ένα ταξίδι που αφηγείται την ύπαρξη ενός μοτίβου διαβίωσης, ένας τρόπος να ζει κάποιος. Αντιλαμβάνεται κανείς από τα παραπάνω, την έμφαση που δίνει η συγγραφέας στο συναισθηματικό υπόβαθρο του κινητικού εγγραμματισμού ως κίνητρο προσήλωσης στο ταξίδι του κινητικού εγγγραματισμού ή της δια βίου κινητικής δραστηριότητας. 

Σύμφωνα με τα παραπάνω ο κινητικός εγγραμματισμός δε μπορεί να είναι ούτε εκπαιδευτικός σκοπός, ούτε εκπαιδευτικός στόχος. Ποιά λοιπόν μπορεί να είναι η σχέση του με την εκπαιδευτική διαδικασία; 

Η εκπαιδευτική διεργασία οφείλει να στοχεύει και να χρησιμοποιεί εκείνη τη μεθοδολογία (την κατάλληλη για κάθε ηλικία) που θα καλλιεργεί, αποδεδειγμένα, (δημιουργεί τάσεις/ στάσεις, κίνητρα κλπ) τον κινητικό εγγραμματισμό.

Γιατί το νέο πρόγραμμα σπουδών της φυσικής αγωγής είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα αποτύχει στην καλλιέργεια του κινητικού εγγραμματισμού;


Μια ματιά στα προτεινόμενα διδακτικά σενάρια δείχνει ότι:  

1. η κινητική δραστηριότητα (με τη μορφή ασκήσεων και κινητικών δραστηριοτήτων) είναι μειωμένη και ως προς τη διάρκεια και ως προς την ένταση. Τα παιδιά σπαταλούν (ναι σπαταλούν όταν μιλάμε για φυσική αγωγή) άπειρα λεπτά στη συμπλήρωση ρουμπρικών, φορμών αξιολόγησης κλπ,

2. η ποιοτική διάσταση της κίνησης που σχετίζεται με την πρόκληση, την περιέργεια κλπ είναι ελάχιστη έως μηδενική,

3. καθώς στόχος είναι η δημιουργία του «μικρού γυμναστή» είναι λογικό το γνωστικό κομμάτι των κινητικών δραστηριοτήτων να είναι δυσανάλαγα ευνοημένο σε σχέση με το κινητικό,

4. τελικά, ένα τέτοιο «αποστεωμένο» κίνησης διδακτικό 45 λπτ αποτελεί τον ορισμός της βαρεμάρας για τα παιδιά,

5. τέλος, διαπιστώνεται η παρουσία φτωχών σε ποικιλομορφία παιχνιδιών, φτωχών σε πρωτοτυπία κανόνων και συνθηκών παιχνιδιού.


Συνοψίζοντας, το νέο αναλυτικό πρόγραμμα της Φυσικής Αγωγής στο δημοτικό φαίνεται ότι μετατοπίζει το κέντρο βάρους από τη βιωματική, ποιοτική και προκλητική κίνηση προς μια υπέρμετρα γνωσιοκεντρική και αξιολογιοκεντρική προσέγγιση. 

Αντιμετωπίζει τον κινητικό εγγραμματισμό ως μετρήσιμο μαθησιακό αποτέλεσμα και όχι ως στάση ζωής που καλλιεργείται σταδιακά. 

Η μείωση της έντασης, της διάρκειας και της παιγνιώδους πρόκλησης της κίνησης αποδυναμώνει το βασικό εργαλείο της Φυσικής Αγωγής: την ίδια την κινητική εμπειρία. Υπό αυτές τις συνθήκες, γεννάται το κρίσιμο ερώτημα αν ένα τέτοιο μαθησιακό περιβάλλον μπορεί πράγματι να διαμορφώσει θετικές στάσεις, τάσεις και κίνητρα για δια βίου κινητική δραστηριότητα.

Ετσι εύλογα, προκύπτουν κάποια ερωτήματα, τα οποία θα διερευνήσουμε πιο κάτω, αφού πρώτα συζητήσουμε τη σχέση των συναισθημάτων με τη δημιουργία τόσο στάσεων και τάσεων ζωής, όσο και κινήτρων για την προσήλωση στις τάσεις.  

Σύμφωνα με το μοντέλο ABC (Affect, Behavior, Cognition) οι στάσεις μας διαμορφώνονται μέσω της αλληλεπίδρασης τριών βασικών στοιχείων που αναφέρονται στην παρένθεση, με το συναίσθημα συχνά να προηγείται ή να κυριαρχεί. 

Σύμφωνα με τη γνωστή έρευνα του Robert Zajonc (1980), «τα συναισθήματα δεν χρειάζονται συμπεράσματα».

 Οι συναισθηματικές αντιδράσεις μπορούν να συμβούν αυτόματα και πολύ πιο γρήγορα από τη γνωστική επεξεργασία, καθορίζοντας τη στάση μας πριν καν προλάβουμε να «σκεφτούμε» το αντικείμενο. Πολλές στάσεις είναι συναισθηματικά θεμελιωμένες (affectively-based).

 Για παράδειγμα, μπορεί να μας αρέσει ένα προϊόν απλώς και μόνο επειδή μας προκαλεί ευχάριστα συναισθήματα, ακόμα και αν οι «γνώσεις» μας λένε ότι υπάρχουν καλύτερες επιλογές (Petty & Briñol, 2015). 

Τέλος, αν και η γνώση επηρεάζει τις στάσεις (π.χ. στην περιβαλλοντική εκπαίδευση), η έρευνα δείχνει ότι η αύξηση της γνώσης δεν οδηγεί πάντα σε αλλαγή στάσης, αν το συναισθηματικό υπόβαθρο παραμένει αρνητικό.


Τα συναισθήματα είναι γνωστά ως κινητήρια δύναμη (motivation, e- motion= από το λατινικό movere και movement). 

Τα βασικά συναισθήματα προκαλούν αυτόματες συμπεριφορές επιβίωσης. 

Για παράδειγμα, ο φόβος κινητοποιεί τη φυγή, ο θυμός την επίθεση ή την υπέρβαση εμποδίων και η χαρά την επανάληψη μιας επιτυχημένης συμπεριφοράς. 

Επίσης, η προσδοκία ενός θετικού συναισθήματος (π.χ. υπερηφάνεια, ικανοποίηση) μας ωθεί να θέσουμε και να κυνηγήσουμε στόχους.


Η έρευνα δείχνει ότι η συναισθηματική κατάσταση καθορίζει το είδος του κινήτρου. Τα θετικά συναισθήματα ενισχύουν την εσωτερική παρακίνηση (intrinsic motivation), τη δημιουργικότητα και την επιμονή. 

Έτσι τα εσωτερικά κίνητρα (intrinsic motivation) τροφοδοτούνται κυρίως από θετικά συναισθήματα που προκύπτουν από την ίδια τη δραστηριότητα και όχι από εξωτερικές αμοιβές. 

Σύμφωνα με την έρευνα, τα βασικά συναισθήματα που τα καλλιεργούν είναι:

๏ Ενδιαφέρον και περιέργεια: Θεωρούνται οι σημαντικότεροι «πυροκροτητές». Το ενδιαφέρον ωθεί το άτομο να εξερευνήσει και να μάθει επειδή βρίσκει τη διαδικασία εγγενώς ικανοποιητική.
๏ Απόλαυση (Enjoyment): Η χαρά και η ευχαρίστηση που νιώθουμε κατά τη διάρκεια μιας ενασχόλησης ενισχύουν την τάση μας να την επαναλαμβάνουμε.
๏ Ικανοποίηση και αυτοπεποίθηση: Το συναίσθημα ότι είμαστε αποτελεσματικοί (competence) και ότι ελέγχουμε τις πράξεις μας (autonomy) δημιουργεί μια βαθιά αίσθηση πληρότητας.
๏ Ενθουσιασμός κι ελπίδα: Αυτά τα συναισθήματα υψηλής ενέργειας αυξάνουν τη δέσμευση και την επιμονή σε δύσκολα έργα.
๏ Υπερηφάνεια: Η εσωτερική ικανοποίηση για ένα επίτευγμα (χωρίς την ανάγκη για δημόσιο έπαινο) ενισχύει το κίνητρο για περαιτέρω αυτοβελτίωση.

Αντί επιλόγου ήρθε η στιγμή να διαπυπώσουμε τα ερωτήματα που γεννιούνται.

- Πώς η χαμηλή ένταση και διάρκεια των κινητικών δραστηριοτήτων στο νέο πρόγραμμα του δημοτικού θα δημιουργήσει εκείνο το συναισθηματικό υπόβαθρο στα παιδιά, ώστε να καλλιεργηθεί το εσωτερικό τους κίνητρο για άσκηση;


Όταν γνωρίζουμε από την έρευνα (ενηλίκων) ότι η ευχαρίστηση αυξάνει καθώς η ένταση αυξάνει, αλλά μειώνεται καθώς η ένταση πλησιάζει το φυσιολογικό όριο του ατόμου (Ekkekakis et al., 2011), ότι η συστηματική αερόβια άσκηση μέτριας διάρκειας (30-60') έχει την ισχυρότερη επίδραση στην αυτοπεποίθηση (Reed & Buck, 2009) και τέλος ότι η βελτίωση της διάθεσης είναι άμεση μετά από άσκηση χαμηλής έντασης, ενώ στην υψηλή ένταση υπάρχει μια μικρή καθυστέρηση (Bixby et al., 2001).

- Πώς θα κινητοποιηθεί το ενδιαφέρον και η περιέργεια των παιδιών που είναι «οι πυροκροτητές» της μάθησης, όταν δεν υπάρχει πρόκληση στην κίνηση;

- Σε ποιο βαθμό οι γνωστικές απαιτήσεις του νέου προγράμματος σπουδών ευθυγραμμίζονται με τα αναπτυξιακά χαρακτηριστικά της παιδικής ηλικίας και ειδικότερα με την ανάγκη για βιωματική, παιγνιώδη μάθηση μέσω της κίνησης;

- Πώς ορίζεται και πώς επιχειρείται να καλλιεργηθεί ο κινητικός εγγραμματισμός, όταν αντιμετωπίζεται ως μαθησιακό αποτέλεσμα και όχι ως προσωπική διάθεση και στάση ζωής, όπως προτείνεται από τη σχετική θεωρητική βιβλιογραφία;

- Με ποιον τρόπο η μείωση της έντασης, της διάρκειας και της ποιοτικής πρόκλησης της κίνησης συμβάλλει στη διαμόρφωση θετικών στάσεων και εσωτερικών κινήτρων για διαβίου κινητική δραστηριότητα;

- Ποια είναι η παιδαγωγική λογική πίσω από τη συστηματική χρήση εργαλείων αυτοαξιολόγησης και ρουμπρικών σε ηλικίες όπου η συναισθηματική εμπλοκή και η αυθόρμητη συμμετοχή αποτελούν βασικές προϋποθέσεις μάθησης;

- Πώς διασφαλίζεται ότι το γνωστικό σκέλος της Φυσικής Αγωγής δεν υποκαθιστά, αλλά υποστηρίζει, την πρωτογενή κινητική εμπειρία που αποτελεί τον πυρήνα του μαθήματος;

- Πώς θα ενεργοποιηθεί η χαρά του κινητικού παιχνιδιού που κάνει τα παιδιά να φωνάζουν «όχιιιιιιι» όταν χτυπάει κουδούνι;


Κλείνοντας θα ήθελα να επισημάνω το κινητικό παιχνίδι ως το υπέρτατο εργαλείο μάθησης στη φυσική αγωγή. Το κινητικό παιχνίδι θα πρεπε να είναι και μπορεί να γίνει το υπέρτατο μεθοδολογικό εργαλείο στη φυσική αγωγή. Αφήνω αυτό εδώ κι επιφυλάσσομαι να αναπτύξω αυτή τη συζήτηση σύντομα σε νέο άρθρο.